Ηλίας Παπαμόσχος: Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες

Τα τελευταία χρόνια κυκλοφορούν από σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς όλο και περισσότερες συλλογές διηγημάτων και ακόμα περισσότερες μικρο-διηγημάτων, ιστοριών δηλαδή που δεν ξεπερνούν σε έκταση τις δύο σελίδες, ανεβάζοντας αρκετά τον πήχη σ’ ένα τόσο ζόρικο, κατά τη γνώμη μου, είδος. 

Ομολογώ ότι το «Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες» του Ηλία Παπαμόσχου είναι ένα βιβλίο που με έφερε σε δύσκολη θέση όταν αποφάσισα να γράψω γι αυτό. Κι αυτό γιατί η συγκεκριμένη συλλογή έφτασε στα χέρια μου με μία αρκετά γερή προίκα: άφθονες διθυραμβικές κριτικές για την «πυκνή και ποιητική γραφή» του Παπαμόσχου, Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (2016) και με τη σφραγίδα των εκδόσεων Κίχλη που εμπιστεύομαι διαχρονικά ως αναγνώστρια. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορώ να πω ότι ξετρελάθηκα με τα μικρά διηγήματα στην «Αλεπού της σκάλας» όπως ο περισσότερος κόσμος γύρω μου.  Η συλλογή περιλαμβάνει 23 ιστορίες από τις οποίες ξεχώρισα 4 ή 5. Κοινός τόπος των περισσότερων διηγημάτων είναι η Δυτική Μακεδονία, κυρίως η φύση και οι άνθρωποι γύρω από την πόλη της Καστοριάς, και κοινό ύφος (στις περισσότερες ιστορίες) είναι η εστίαση σε πολύ μικρά στιγμιότυπα της καθημερινής ζωής διαμέσου μιας συνήθως λυρικής γλώσσας η οποία προσδίδει στα κείμενα μια ποιητική αύρα.

Και θα ξεκινήσω από αυτό ακριβώς: την ποιητικότητα του πεζού λόγου. Διαβάζω και ακούω παντού ότι η ποιητικότητα στον πεζό λόγο είναι ένα μεγάλο πλεονέκτημα που δίνει στο κείμενο ποιητικές ανάσες και διαστάσεις κλπ κλπ. Ναι, είναι, λέω κι εγώ  αλλά μόνο αν γίνεται στον βαθμό που το «σηκώνει» το κείμενο κι επίσης στον βαθμό που αυτό γίνεται καλά. Στις ιστορίες της «Αλεπούς» για παράδειγμα, η έντονη ποιητικότητα της γραφής λειτουργεί καλά σε ιστορίες όπως «Η αλεπού της σκάλας», «Η θεία», «Η σπηλιά», «Το πλατάνι» και «Τα χείλη της Παναγίας» καθώς εφαρμόζεται με μέτρο. Στις ιστορίες αυτές η λεγόμενη ποιητικότητα εκφράζεται περισσότερο προς το τέλος της ιστορίας λειτουργώντας ως δίοδος προς ένα απελευθερωτικό κρεσέντο των συναισθημάτων των αφηγητή, σαν μία ποιητική κατακλείδα που ερμηνεύει τελικά τον πεζό κόσμο γύρω του. Για παράδειγμα, στην ιστορία «Η θεία», παρακολουθούμε τον αφηγητή να αποφεύγει επιμόνως τα τηλεφωνήματα της φλύαρης και ενοχλητικής θείας του μέχρι που αντιλαμβάνεται αυτή της την πολυλογία ως την απέλπιδα προσπάθεια ενός ανθρώπου να μιλήσει όσο ακόμα θυμάται.  Έτσι στο τέλος της ιστορίας, η ηλικιωμένη θεία, που μάλλον πάσχει από άνοια, εμφανίζεται ως πιασμένη τώρα στον ιστό των αινιγμάτων, στο κέντρο του παραμονεύει ο καθρέφτης, συμπυκνωμένη άμμος ερήμου. Αυτή είναι η τελευταία φράση του διηγήματος που πράγματι σηκώνει, βελτιώνει, προσθέτει, δίνει κάτι πολύτιμο στην ιστορία, λειτουργεί ανεπιφύλακτα υπέρ του κειμένου, είναι η σωστή φράση στη σωστή θέση, αν μπορεί κάποιος να το πει αυτό έστω και σχηματικά. Σε άλλες όμως περιπτώσεις, η κατάχρηση της ποιητικής γλώσσας και ειδικά η αλλόκοτη σύνταξη από την αρχή μέχρι το τέλος του κειμένου φτιάχνει μια ατμόσφαιρα θολή, ασαφή ως και στριφνή που αναγκάζει τον αναγνώστη να εστιάσει στον τρόπο και όχι στο περιεχόμενο. Προσωπικά, δεν είμαι σίγουρη ότι κάτι τέτοιο με ενδιαφέρει πλέον αναγνωστικά. 

Ίσως αυτό που προσπαθώ να πω με άλλα λόγια να είναι το εξής: όλο αυτό το συνεχόμενο fusion πεζογραφίας και ποίησης που είναι τόσο της μόδας τα τελευταία χρόνια στην ελληνική παραγωγή (με τα πεζοποιήματα και τα ποιητικίζοντα μικρά πεζά που εκδίδονται και εκθειάζονται αδιαλείπτως) με έχει κου-ρά-σει, δεν βρίσκω λόγο να γίνεται τόσο κατά κόρον και μου αφαιρεί τελικά από την αναγνωστική απόλαυση. Επιπλέον, νιώθω συχνά ότι όλο και περισσότεροι Έλληνες συγγραφείς, ειδικά της μικρής φόρμας, αποφεύγουν να καταπιαστούν με τις προκλήσεις της πεζογραφίας: πεζό κείμενο, πε-ζό, ως και αστόλιστο, χωρίς αιθερικές ματιές, χωρίς ποιητικές αύρες, χωρίς «κλεμμένες» μανιέρες. 

Η δεύτερη παγίδα στην οποία βρήκα ότι έπεσε ο συγγραφέας σε κάποιες από τις ιστορίες της «Αλεπούς στη σκάλα» είναι η επεξήγηση. Για να δώσω μόνο ένα παράδειγμα, στην, κατά τα άλλα πολύ ενδιαφέρουσα, ιστορία «Το λαούτο» ο αφηγητής γνωρίζει έναν ντόπιο σ’ ένα νησί και νοικιάζει το σπίτι του. Σταδιακά αποκαλύπτεται ότι ο ντόπιος (Γιακουμής το όνομά του) έπαιζε παλιότερα λαούτο μαζί με τον κουμπάρο του αλλά πλέον τα έχει παρατήσει: Από τότε που πέθανε ο κουμπάρος μου δεν το ξανάπιασα, λέει. Μέχρι εδώ καλά. Στη συνέχεια όμως, η παράγραφος που κλείνει την ιστορία είναι η εξής: Σκορπιούς, σαρανταποδαρούσες και σαλιγκάρια είχε το σπίτι του Γιακουμή. […] Όταν λείψει η υγρασία, το σαλιγκάρι κλείνεται στο όστρακό του, με βλέννα σφραγίζει το στόμιό του και πέφτει σε νάρκη για μήνες. Και το λαούτο του Γιακουμή, μπρούμυτα στην προθήκη του, με το ηχείο του θαμπό σαν του σαλιγκαριού το όστρακο, κοιμότανε, αντικριστά με μια σκιά βιολιού, βιολιού του κάτω κόσμου. Χρειάζεται να πω ποια φράση θα έκοβα; Δεν ξέρω, θέλει αρετή και τόλμη η οικονομία (του λόγου).

Το τρίτο ζήτημα στο οποίο θέλω να αναφερθώ είναι ίσως και το πιο ακανθώδες: αφορά στη λογοτεχνική γεωγραφία της ελληνικής επαρχίας. Διάβασα στην εφημερίδα Αυγή την κριτική παρουσίαση του Κ. Παπαγεωργίου για τη συλλογή «Η αλεπού της σκάλας» κι εκεί βρήκα ακριβώς τη φράση που έψαχνα: «Ψυχές μαραγκιασμένες […] από τη μοίρα τους την ίδια και από τη θύμηση μιας ζωής που παρά τις δυσκολίες της και τη σκληρότητά της, άφησε υλικό για τη σύνθεση εικόνων ικανών να τους στέρξουν μετά από χρόνια στη μοναξιά τους…». Και έρχομαι τώρα εγώ και ρωτώ: για πόσες ακόμα μαραγκιασμένες ψυχές θα διαβάσουμε στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία (του πολωνού ελαιοχρωματιστή, της Βαλεντίνας, του ξεχασμένου γερο-Λέμα από τις ιστορίες του Παπαμόσχου για να δώσω μόνο μερικά παραδείγματα); Αλλά εντάξει αυτό. Ρωτάω: πόσα χρόνια πρέπει ακόμα να περάσουν προκειμένου οι νεοέλληνες συγγραφείς να απεγκλωβιστούν ψυχολογικά από τα χωριά τους και να καταπιαστούν με μια πιο σύγχρονη θεματολογία; Αλλά εντάξει κι αυτό. Ρωτάω εντέλει: πότε οι Έλληνες συγγραφείς θα επιχειρήσουν να μιλήσουν τελικά για τα χωριά τους με έναν λογοτεχνικά πιο σύγχρονο τρόπο; Κατά τη δική μου άποψη, ο τόπος πρέπει να πάψει να είναι και ο τρόπος.

Και εξηγώ. Αυτό που βρίσκω τετριμμένο, χιλιοσχολιασμένο και εντελώς παρωχημένο λογοτεχνικά, χαρακτηριστικό από το οποίο δεν ξεφεύγει η «Αλεπού της σκάλας», δεν είναι τόσο το κοινωνικό τοπίο της ασφυκτικής και μίζερης ελληνικής επαρχίας των περασμένων κυρίως δεκαετιών με τους δικούς της άγραφους κανόνες και νόμους που είναι κοινός καμβάς σε τόσα και τόσα βιβλία που γράφονται και εκδίδονται, όσο η ατελείωτη ρετροσπεκτίβα που αναδύεται μέσα από τις σελίδες, αυτή η κλειστοφοβική ματιά που είναι μόνιμα στραμμένη στο παρελθόν, τόπω και τρόπω, και που αποτυγχάνει να συνδεθεί με οποιονδήποτε τρόπο με το παρόν, το σήμερα, το τώρα, το 2019. Ειλικρινά, νιώθω σα να ζω πριν εξήντα χρόνια, σα να ενοχλώ το παρόν μου ως αναγνώστρια. Γενικότερα, δεν ξέρω αν λείπει η τόλμη ή η τέχνη προκειμένου να προσεγγιστεί λογοτεχνικά η σύγχρονη ελληνική επαρχία κάθε φορά αλλά νιώθω να έχω μπουχτίσει πια από τόσους επαρχιώτες τσακισμένους από τις αναμνήσεις και τις δυσκολίες που όμως στέκονται με αξιοπρέπεια στο σήμερα. Όχι άλλο. Και, σίγουρα, όχι έτσι. 

Κλείνοντας αυτό το κείμενο, θέλω να σταθώ σε αυτά που κατά τη γνώμη μου κάνει καλά ο Παπαμόσχος. Σε μερικές από τις ιστορίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο, όπως «Η συνάντηση» που είναι από τις καλύτερες στιγμές της συλλογής, ο συγγραφέας επιτυγχάνει τόσο να αφηγηθεί μια ιστορία (την καταστροφή των κρυμμένων ευρώ από έναν ποντικό) όσο και να την χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο, με τους συμβολισμούς που φέρει, για να ανοίξει το βλέμμα του στον καθολικό στοχασμό περί του πολιτισμού και της συνέχειας της ζωής. Σε ένα ακόμα πράγμα που είναι καλός ο Παπαμόσχος είναι στην ερμηνεία του εξωτερικού κόσμου που περιβάλλει τον ήρωα με όρους εσωτερικής εξερεύνησης. Σε ιστορίες όπως «Τα χείλη της Παναγίας», η «Αλεπού της σκάλας» και «Η καρέκλα του Γκλεν Γκουλντ» είναι η ματιά του συγγραφέα-αφηγητή αυτή που μεταμορφώνει το κείμενο, είναι οι σκέψεις και οι ομαλές μεταπτώσεις του αφηγητή από τον λυρισμό στην παραίτηση, από την αγάπη στην ανάμνηση και πάλι πίσω αυτές που λειτουργούν καλύτερα και προσδίδουν αέρα λογοτεχνίας αξιώσεων στο κείμενο.

Εν κατακλείδι, «Η αλεπού της σκάλας» είναι μία αξιοπρεπής συλλογή διηγημάτων – σε καμία περίπτωση δεν είναι χάσιμο χρόνου – χωρίς όμως να είναι ένα βιβλίο ρηξικέλευθο ή τρομερά αξιομνημόνευτο.

Μεταφράστρια

για τα Κεφαλονίτικα Νέα

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0