Σόφι Χάννα: Έγκλημα με υπογραφή

Ξεκινώντας αυτό το κείμενο, θέλω να δηλώσω κατηγορηματικά πως λατρεύω την Άγκαθα Κρίστι και τους δύο ήρωες – ορόσημα που δημιούργησε: τον Ηρακλή Πουαρό και την Μις Μαρπλ (ενώ για τους Τόμι και Τάπενς τρέφω απλώς μια συμπάθεια). Η μεγάλη κυρία της αστυνομικής λογοτεχνίας που με έκανε να αγαπήσω τα crime novels βρίσκεται για μένα στην κορυφή του είδους και προτιμώ χίλιες φορές το παλιομοδίτικο whodunnit της Κρίστι παρά τις σύγχρονες σπλατεριές (I’m sorry, Jo Nesbo).

Έχοντας διαβάσει όλα τα βιβλία της Άγκαθα Κρίστι με πρωταγωνιστή τον Πουαρό και στο πρωτότυπο και στην ελληνική μετάφραση από τις ιστορικές – αν και όχι τόσο προσεγμένες – εκδόσεις Λυχνάρι, ξανά και ξανά, δεν ήμουν βέβαιη για το πώς ένιωθα σχετικά με την απόφαση του Agatha Christie Estate να αναθέσει στην ποιήτρια και βραβευμένη μυθιστοριογράφο αστυνομικών Sophie Hannah, να γράψει το πρώτο μυθιστόρημα με πρωταγωνιστή τον Ηρακλή Πουαρό μετά τον θάνατο της δημιουργού του.  Από τη μία, ήθελα να διαβάσω μία ακόμα υπόθεση του Βέλγου ντετέκτιβ, από την άλλη, Κρίστι ήταν μόνο μία και δεν έβρισκα νόημα στο κοπιάρισμα της γραφής της. Γιατί, εκτιμώ, ότι αυτό ζητήθηκε από την Χάννα: να γράψει μία ιστορία στο ύφος της αείμνηστης βασίλισσας του εγκλήματος. Να ξαναδώσει ζωή στον αγαπημένο Βέλγο ντετέκτιβ.

Πριν σχολιάσω το αν κατά τη γνώμη μου το κατάφερε ή όχι, ας πω δύο λόγια για την πλοκή: ο Ηρακλής Πουαρό δειπνεί σε ένα ήσυχο μικρό καφέ του Λονδίνου. Εκεί γνωρίζει μία γυναίκα η οποία, φανερά αναστατωμένη, του εκμυστηρεύεται ότι σύντομα πρόκειται να δολοφονηθεί αλλά τον εκλιπαρεί να φροντίσει ώστε να μην εντοπιστεί ο δολοφόνος της καθώς αυτή είναι η τιμωρία που της αξίζει για ένα έγκλημα που είχε η ίδια διαπράξει στο παρελθόν. Το ίδιο βράδυ, ο Πουαρό πληροφορείται από τον νέο βοηθό-φίλο του, τον αστυνόμο Κάτσπουλ, ότι τρεις ένοικοι ενός πολυτελούς ξενοδοχείου του Λονδίνου έχουν δολοφονηθεί και ότι στο στόμα κάθε θύματος βρέθηκε από ένα μανικετόκουμπο με το ίδιο μονόγραμμα. Ο Πουαρό αμέσως υποψιάζεται ότι υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ της έντρομης άγνωστης του καφέ και των τριών δολοφονημένων στο ξενοδοχείο, αλλά θα είναι δύσκολο να το αποδείξει. Κι επιπλέον, ο χρόνος τρέχει… Μήπως ο δολοφόνος ετοιμάζεται να χτυπήσει και τέταρτη φορά στην καρδιά του Λονδίνου;

Για όσους έχουν αγαπήσει τα βιβλία της Άγκαθα Κρίστι, το «Έγκλημα με υπογραφή» περιέχει τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας κλασικής ιστορίας με τον Πουαρό: δυνατή πλοκή (τουλάχιστον στην αρχή της), ωραία ατμόσφαιρα εποχής αρχών 20ου αιώνα, γρίφους και ανατροπές, σκιαγράφηση των χαρακτήρων ως προς τα κίνητρα και τις επιθυμίες τους… Ο ίδιος ο Πουαρό εμφανίζεται κομψός, όπως πάντα, ιδιότροπος, όπως πάντα, και εγωπαθής, όπως πάντα. Ακολουθεί ένα-ένα τα στοιχεία και τα συνδέει με τη βοήθεια των «μικρών φαιών κυττάρων» του χωρίς να παραλείπει βεβαίως και την τελική συγκέντρωση όλων των υπόπτων στο μεγάλο σαλόνι για την παρουσίαση της λύσης. Αφού λοιπόν σχεδόν όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά είναι εκεί, τι με κάνει να κρίνω το «Έγκλημα με υπογραφή» ως ένα μάλλον μέτριο αστυνομικό μυθιστόρημα;

Ας αρχίσω με την πλοκή. Ενώ η ιστορία της Χάννα ξεκινά με καλούς οιωνούς στη συνέχεια εξελίσσεται όχι μόνο σχετικά προβλέψιμα αλλά και αρκετά φλύαρα. Δεν λέω ότι είχα μαντέψει το τέλος ήδη από την αρχή, αλλά πολλά στοιχεία του βιβλίου, που αργότερα εμφανίζονται ως ανατροπές στην πλοκή, είναι εμφανή, ή έστω υποψιάζεσαι ότι θα παίξουν κάποιο ρόλο στη συνέχεια ήδη από το τρίτο κεφάλαιο. Λείπει η λαμπρή ευφυΐα της Κρίστι, αυτή που στο τέλος κάθε βιβλίου του αυθεντικού Ηρακλή Πουαρό σε έκανε να σκέφτεσαι «Να πάρει! Ναι, αυτό ήταν, πώς δεν το πρόσεξα, τι χαζή / χαζός που είμαι!». Επιπλέον, επιχειρώντας να δέσει το σενάριο από όλες τις πλευρές, η Σόφι Χάννα πλατειάζει, και πλατειάζει πολύ. Τα τρία τελευταία κεφάλαια από τα 25 του βιβλίου είναι ατέρμονες εξηγήσεις επί εξηγήσεων σχετικά με το τι συνέβη. Εδώ λείπει πάλι η ευφυΐα και η λογοτεχνική δεινότητα της Κρίστι που με τρόπο ευθύ και σύντομο, μόλις ξεκινούσε το μεγάλο φινάλε του ντετέκτιβ της, άφηνε τους πάντες άναυδους με την απλότητα των εξηγήσεων και την τελική λύση όλων των αποριών.

Όσον αφορά τους χαρακτήρες, ο Πουαρό εμφανίζεται, όπως ανέφερα και παραπάνω, να έχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά που τον έκαναν τόσο δημοφιλή στο αναγνωστικό κοινό, δεν μπορώ όμως να μην παρατηρήσω ότι η Χάννα μάς δίνει έναν Πουαρό μάλλον λίγο επιφανειακό: το στρογγυλό σαν αυγό κεφάλι, το κερωμένο μουστάκι, το λιμαρισμένα στην εντέλεια νύχια, η παχιά κοιλιά του, τα γαντοφορεμένα χέρια, η εμμονή του με την τάξη, όλα αυτά αναφέρονται στο βιβλίο αλλά περνούν περισσότερο ως βιαστικά σχόλια, λες και η Χάννα ήθελε να δείξει στους αναγνώστες «Να, ξέρω πώς ήταν ο Πουαρό». Η διαχείριση όμως όλων αυτών των στοιχείων από τη συγγραφέα θα περνούσε εντελώς απαρατήρητη αν δεν ξέραμε όλοι ήδη πώς είναι ο Πουαρό. Επιπλέον, το χιούμορ του είναι αδέξιο, τα γαλλικά του πολύ λίγα και επεξηγούμενα, ο τρόπος σκέψης του άγνωστος. Ο Ηρακλής Πουαρό πάντα ανέλυε τον τρόπο με τον οποίο έφτασε στο συμπέρασμα που έφτασε. Αυτό δεν υπάρχει στο βιβλίο της Χάννα, ή έστω δεν υπάρχει αρκετά. Ο Πουαρό ξέρει αλλά δεν εξηγεί, δεν μιλάει, δεν πείθει στο μεγάλο φινάλε καθώς αποκρύπτει κατά ένα μεγάλο μέρος το νήμα των συλλογισμών του τόσο από τον αναγνώστη όσο και από τον βοηθό του. Επιπλέον, ο Πουαρό, καθόλου πειστικά κατά τη γνώμη μου, κατά τη διάρκεια της εξιχνίασης των εγκλημάτων, γίνεται υπερβολικά διδακτικός και στη συνέχεια υπερβολικά απολογητικός απέναντι στον αστυνόμο Κάτσπουλ.

Ο οποίος αστυνόμος Κάτσπουλ της Σκότλαντ Γιαρντ είναι ένας χαρακτήρας άχρωμος, άοσμος, παντελώς αδιάφορος, για να μην πω ανίκανος ή ακόμα και χαζός. Το μόνο κοινό που έχει με τον Κάπτεν Χέιστινγκς ή ακόμα και με τον επιθεωρητή Τζαπ, που ούτως ή άλλως δεν ήταν και μεγάλα σαΐνια, είναι η απορία που ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του όταν ο Πουαρό τον ευχαριστεί για τη βοήθειά του – που στο συγκεκριμένο βιβλίο σημαίνει ένα σχόλιο ή δύο που έκανε τυχαία και οδήγησαν τον Πουαρό σε μέρος της λύσης του μυστηρίου (άλλο ένα σημείο στο οποίο δεν πείθει η Χάννα, κατά τη γνώμη μου, ενώ αντίθετα, πόσο πείθει η Κρίστι με το ίδιο επιχείρημα στο The A.B.C. murders – «Φόνοι με αλφαβητική σειρά» στα ελληνικά, εκδόσεις Ψυχογιός). Επιπλέον, ο Κάτσπουλ δεν παρουσιάζει κανένα ενδιαφέρον, δεν έχει καν κάποιες καταβολές, δεν μαθαίνουμε από τη συγγραφέα τίποτα για την ιστορία του εκτός από το γεγονός ότι όταν ήταν μικρός η μητέρα του τον ανάγκασε να πιάσει το χέρι του νεκρού παππού του, εν είδει αποχαιρετισμού. Αποτέλεσμα: ο σημερινός αστυνομικός της Σκότλαντ Γιαρντ δεν μπορεί να εξετάσει ένα πτώμα ή να βρεθεί για κάποια ώρα σ’ ένα δωμάτιο που περιέχει ένα πτώμα, διαφορετικά αρχίζει να ακούει τη φωνή της μάνας του σε εφιαλτικές επαναλήψεις σαν ηχώ, «άγγιξε το χέρι του, Έντουαρντ — άγγιξε το χέρι του, Έντουαρντ» σε ολόκληρο το μυθιστόρημα. Εντάξει τώρα. Πρόκειται για ένα αψυχολόγητο και ρηχό τέχνασμα που όχι απλά θα μπορούσε αλλά ίσως θα έπρεπε να λείπει εντελώς από το βιβλίο καθώς μάλλον γελοιοποιεί τον αστυνόμο αντί να τον εξανθρωπίζει.

Νομίζω ότι αυτό που ανέλαβε να κάνει η Σόφι Χάννα, να «αναστήσει» τον μεγάλο Ηρακλή Πουαρό 40 σχεδόν χρόνια μετά την δολοφονία του από την ίδια την Άγκαθα Κρίστι, ήταν μεγάλο και δύσκολο. (Εδώ μπορείτε να διαβάσετε τη συνομιλία της με τους αναγνώστες σχετικά). Τη θαυμάζω για το θάρρος της να το επιχειρήσει αλλά δεν θεωρώ ότι τα κατάφερε. Ρωτώντας τον εαυτό μου πώς θα έκρινα αυτό το μυθιστόρημα αν ήρωάς του δεν ήταν ο Πουαρό αλλά κάποιος άλλος, άγνωστος σε μένα, ντετέκτιβ, η απάντηση είναι: μέτριο. Έχει κάποιες καλές στιγμές – κυρίως στις περιγραφές της ατμόσφαιρας – αλλά στο τέλος το βιβλίο τραβάει πάρα πολύ και κουράζει. Αν τώρα βάλω στο παιχνίδι και τον Πουαρό, ναι, είναι εκεί, αλλά είναι λιγότερο λαμπερός και σαφώς πολύ λιγότερο εντυπωσιακός από τον χαρακτήρα της Άγκαθα Κρίστι. Για την ακρίβεια, διαβάζοντας το «Έγκλημα με υπογραφή» της Σόφι Χάννα, μου δημιουργήθηκε η επιθυμία να ξαναδιαβάσω το πανέξυπνο «Θανάσιμος Κίνδυνος» ή αλλιώς «Σφήκα σε ψάθινο καπέλο» (μα γιατί πρέπει οι μεταφραστές / εκδότες πάντα να αυθαιρετούν με τους τίτλους; Για να μας μπερδεύουν; Το συγκεκριμένο βιβλίο στο πρωτότυπο ονομάζεται Peril at End House !) , το κλασικό «Θάνατος στον Νείλο» ή το αριστουργηματικό και πιο αγαπημένο μου από όλα «Η δολοφονία του Ρότζερ Ακρόιντ» της Άγκαθα Κρίστι.

Εντούτοις, ξαναρωτώντας τον εαυτό μου αν θα διαβάσω και τα υπόλοιπα βιβλία που έχει γράψει η Σόφι Χάννα σε συνέχεια ή ως φόρο τιμής στο έργο της Κρίστι, η απάντηση είναι «ναι». Γιατί; Μα φυσικά επειδή είναι Ηρακλής Πουαρό. Θέλει και ρώτημα;

 

Μεταφράστρια

για τα Κεφαλονίτικα Νέα

 

ΥΓ 1 . Προσωπικά, διάβασα το «’Εγκλημα με υπογραφή» της Σόφι Χάννα στο πρωτότυπο (The monogram murders). Στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Διόπτρα σε μετάφραση του Αύγουστου Κορτώ. Μπορείτε να διαβάσετε το πρώτο κεφάλαιο από την ελληνική έκδοση εδώ.

ΥΓ2. Funny fact: ο Ηρακλής Πουαρό είναι ο μοναδικός λογοτεχνικός ήρωας για τον οποίο έχει δημοσιευτεί ποτέ νεκρολογία. Συγκεκριμένα, οι New York Times δημοσίευσαν την «είδηση» του θανάτου του στο πρωτοσέλιδό τους τον Οκτώβριο του 1975, λίγο μετά την κυκλοφορία του βιβλίου «Αυλαία: η τελευταία υπόθεση του Πουαρό» της Agatha Christie.

 

 

 

 

 

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0