Αναθέτοντας στον… Γκοντό.

Αναθέτοντας στον… Γκοντό.

Κανείς και καμιά όμως δεν μπορεί να αρνηθεί το προσωπικό όσο και συγγραφικό παράδειγμα του τεράστιου Χρόνη Μίσσιου ή την φιλική συμβουλή του πολύ δικού μας (Κεφαλονίτη) και ασυμβίβαστου Περικλή Κοροβέση.

Στα 1948 ο σπουδαίος συγγραφέας Σάμιουελ Μπέκετ, γράφει το γνωστό θεατρικό αριστούργημά του “Περιμένοντας τον Γκοντό”, μια ιστορία του… παραλόγου, ενός ανθρώπου που ενώ οι πρωταγωνιστές τον περιμένουν, εκείνος δεν έρχεται ποτέ. Ουσιαστικά, κάτι που έχει με αρκετούς τρόπους ερμηνευθεί μέσα από πάμπολλες διασκευές, οι δυο χαρακτήρες των πρωταγωνιστών περιμένουν την άφιξη μιας υπερβατικής φιγούρας που θα τους σώσει, αλλά δεν έρχεται ποτέ.

Σε όλη την διάρκεια της μεταπολίτευσης από το 1975 κιόλας, για να μην πάμε πιο μακριά, ο ελληνικός λαός εξάντλησε την διαδικασία της πολιτικής του ωρίμανσης -έστω με κάποιες εξαιρέσεις-μέσα στα πλαίσια μιας διαχρονικής και αναμφισβήτητης εντολής, με… παραλήπτες σωτήρες-κυβερνήτες. Από τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, τον Κώστα Σημίτη, τον Κώστα Καραμανλή, τον Γιώργο Παπανδρέου μέχρι και τον Αλέξη Τσίπρα και τώρα τον Κυριάκο Μητσοτάκη, η ελληνική κοινωνία αντιλήφθηκε ως συνέχεια των ιστορικών διδαγμάτων και της πολιτικής παρακαταθήκης αλλά και ως “κατάληξη” των κοινωνικών αγώνων και των λαϊκών διεκδικήσεων, μια “ακούραστη” και αρκετά συχνά “βολική” διαδικασία αντιπροσωπευτικής ανάθεσης, δημοκρατική δεν λέω, με τον ηγέτη ή αρχηγό “σωτήρα” να απορροφά στα πλαίσια της εντολής του και την τελευταία πιθανότητα συμμετοχής, συνδιαμόρφωσης και αυτοοργάνωσης του πολιτικού “γίγνεσθαι”.

Ο άρρηκτος και απαραβίαστος αυτός δεσμός κοινωνίας-εξουσίας, με την υπογραφή του πρώτου μνημονίου και την προσφυγή στο Δ.Ν.Τ φαίνεται όχι ακριβώς να διασπάται, αλλά τουλάχιστον να χαλαρώνει. Χιλιάδες άνθρωποι με διαφορετικά πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, πολύ πιθανόν κάποιοι με ένα έντονο ένστικτο αυτοσυντήρησης, δείχνουν να αγνοούν τις κατευθυντήριες γραμμές κυβερνήσεων που αναδείχθηκαν ακριβώς όπως όλες οι προηγούμενες και τελικά οι… επόμενες, πλημμυρίζουν τους δρόμους και τις πλατείες, μαζικοποιούνται απέναντι στον μνημονιακό μονόδρομο, βιώνουν την στοχευμένη κρατική και συχνά παρακρατική βαρβαρότητα και νιώθουν ότι ήρθε η ώρα για τον δικό τους διακριτό ιστορικό ρόλο. Ένας ρόλος … πρωταγωνιστή που κράτησε μέχρι και τον Γενάρη ή καλύτερα τον Ιούλιο του 2015, όπου η αυλαία πέφτοντας πραγματικά στο κεφάλι τους και την ώρα που μόλις είχαν δώσει τον καλύτερο εαυτό τους σε ποσοστό… 62%, τους βύθισε και πάλι στο πολιτικό παρασκήνιο, κομπάρσους σε στημένες παραστάσεις.

Τα όσα ακολούθησαν είναι γνωστά ως τα πλέον νωπά. Φτάνοντας στις πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις όπου η κυρίαρχη λογική της ανάθεσης επανήλθε χωρίς ουσιαστικές ή συμβολικές παρενθέσεις στην κορυφή μιας ασφαλούς πολιτικής διαχείρισης μιας… δημοκρατικής κανονικότητας, όπου η χρήσιμη εναλλακτική είναι ένα παραδοσιακό δικομματικό δίπολο, με άλλα ίσως ονόματα, αλλά με την ίδια αυτοκρατορική ισχύ. Στον αντίποδα, μικρές εκλογικές μειοψηφίες, σταθερά κοινοβουλευτικά ποσοστά, ανυπόληπτα-εκλογικά-κομμάτια μιας αριστεράς που μόλις πριν λίγο καιρό διεκδικούσε την δική της ευκαιρία για κυβέρνηση όχι όμως και για λαϊκή εξουσία, απαξιωμένα κινήματα και χαμηλωμένες φωνές διαμαρτυρίας, παγωμένες ματιές και κουρασμένες σιωπές. Ας ελπίσουμε όχι για πολύ ακόμη.

Εκεί ακριβώς, σε συνθήκες εσωστρέφειας, πολιτικής μελαγχολίας, κατακερματισμού, αδιεξόδων και οπισθοχωρήσεων, επανέρχεται στις ημέρες μας ως πιθανότητα αμυντικής στάσης  το γνωστό, συνήθως εξ αριστερών,  “φάντασμα” του “κλειστού δωματίου” , η τάση δηλαδή εγκλεισμού και συχνά αυτοεγκλεισμού σε προσωπικά ή περιορισμένης πληρότητας “κλειστά δωμάτια”. Επισήμως βέβαια μια τέτοια αντίληψη δεν είναι αποδεκτή, ούτε και συμβατή με την ίδια την ιστορία πχ των κινημάτων. Κανείς και καμιά όμως δεν μπορεί να αρνηθεί το προσωπικό όσο και συγγραφικό παράδειγμα του τεράστιου Χρόνη Μίσσιου ή την φιλική συμβουλή του πολύ δικού μας (Κεφαλονίτη) και ασυμβίβαστου Περικλή Κοροβέση, ο οποίος σε προσωπικό επίπεδο σε ένα μικρό καφέ-βιβλιοπωλείο στην Αθήνα μόλις μετά την τούμπα του ΣΥΡΙΖΑ, έκανε λόγο για την παρεΐστικη (εννοούσε προφανώς μικρούς πυρήνες) ανάγκη ανασυγκρότησης σε μικρούς κύκλους που ίσως θα μπορούσαν κάποια στιγμή να δημιουργήσουν άλλους ομόκεντρους και περισσότερους.

Είτε επισήμως πάντως είτε όχι, είτε ξεκάθαρα είτε πιο… διακριτικά, στις συνθήκες αυτές και όποιο “μοντέλο” κι αν επιλεχθεί έστω και προσωρινά, οι στιγμές περισυλλογής και ανασυγκρότησης, οφείλουν να συμπεριλάβουν κι ένα αρκετά αναγκαίο δεδομένο. Πριν την επιστροφή ή την μη επιστροφή στον φυσικό χώρο των ιδεατών και ρεαλιστικών διεκδικήσεων, οφείλουμε όλοι να σκεφτούμε τι ακριβώς θέλουμε. Αν δηλαδή επιθυμούμε κάτι διαφορετικό από μια συνηθισμένη σχέση εντολής ή μας αρκεί, συχνά αναθεματίζοντας, να επαναλάβουμε το κοινωνικά και δοκιμασμένα… παράλογο, να “δράσουμε” αναθέτοντας στον… Γκοντό. Περιμένοντας δηλαδή έναν αλάνθαστο σωτήρα που ποτέ δεν θα έρθει και που προφανώς δεν είναι μόνος του, ο με τα λάθη του…  διπλανός μας.

(το κείμενο “γράφτηκε” προχθές στην παραλία του Λουρδά από μια συζήτηση με αγαπημένους… διπλανούς)

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0