Ναι, είμαι μικροαστή κι εγώ, αγαπητέ!

Ναι, είμαι μικροαστή κι εγώ, αγαπητέ!

Ναι, είμαι μικροαστή κι εγώ,αγαπητέ!

Είναι τα καλοκαίρια μας μικρά, σαν την νιότη μας.
Συρρικνώνονται απροειδοποίητα, στο μέτρημά μας και γλιστρούν ανελέητα απ τα χέρια μας.
Μετράμε το χρόνο που μας απομένει, με τα καλοκαίρια μας και μόνο.
Αριθμούμε τις νύχτες που αφεθήκαμε να ζήσουμε χωρίς οριοθετημένα πλαίσια. Που αντικρίσαμε την ανατολή ακριβώς την στιγμή που γεννιόταν. Με γυμνά μάτια, με καθαρή καρδιά. Με μια μικροσκοπική δόση ευτυχίας να μπολιάζει όλη μας την ύπαρξη και να γιγαντώνεται ανυπόφορα μέσα μας, τόσο που πιστέψαμε πως οι ανατολές της ζωής μας δεν μπορεί να διαφέρουν από κείνη τη μια που μας χαρίστηκε.
Που μας βρήκε γυμνούς, ερωτευμένους, αληθινούς, καθαρούς, μαλακωμένους και νέους, τόσο καινούργιους μπροστά σε κάθε τι που επρόκειτο να ζήσουμε.
Τότε που ήμασταν νέοι, όπως νέοι ήταν κάποιοι πριν από εμάς, όπως νέοι είναι τώρα κάποιοι κι εμείς γίναμε μεσήλικες.

Ήθελα να γίνω χορεύτρια.
Νόμιζα πως ήμουν γεννημένη γι αυτό.
Άλλο βηματισμό για να διαβώ τη ζωή, δεν ήξερα. Να γυρίσω τον κόσμο πάνω σ ένα ζευγάρι πουέντ ,να κοιμάμαι σε σοφίτες και να συζώ με καλλιτέχνες και μουσικούς.
Μια μετωπική, μου άλλαξε βιαίως το δρομολόγιο μου.
Ήθελα να αλλάζω τον κόσμο. Αλλά δεν ήξερα πως γίνεται. Φώναξα όμως μέχρι να κλείσει η φωνή μου, κατέβηκα στο δρόμο, βοήθησα, θύμωσα, χάρισα.
Αλλά ο κόσμος γινόταν όλο και πιο αμείλικτος με τους αδύναμους.
Έπρεπε να μην τον αφήσω να καταλάβει πόσο αδύναμη ήμουν κι εγώ.
Δεν έπρεπε, όμως, να χάσω ούτε μια ρανίδα από την πρώτη ύλη που ήμουν καμωμένη, εκείνη, την αμιγή.
Ήθελα να μην υποταχθώ σε καμιά υστερόβουλη πράξη, να μη δεχτώ να γονατίσω, να μη μπω σε καλούπια, να μη σταματήσω να διαδηλώνω για το άδικο και να δηλώνω το αμερόληπτο.
Πέρασαν πολλά χρόνια από κείνη την μέρα που με φίλησε η ανατολή στο μέτωπο.

Εκπαιδεύτηκα σιγά σιγά ν’ ακούω βλακείες, χωρίς πάντα να το αντιλαμβάνομαι. Να ανέχομαι συμπεριφορές, να λέω μικροαστικά τσιτάτα και να σιωπώ αντί να ξεφωνίζω.
Όχι πάντα, συχνά όμως.
Μικροί συμβιβασμοί, μεγάλες ήττες.

Και τη δουλειά μας μισήσαμε αλλά δεν την αφήσαμε γιατί φοβηθήκαμε. Και τους φίλους μας εγκαταλείψαμε κι έρωτες προδώσαμε κι ιδέες παραδώσαμε και συμβάσεις υπογράψαμε και λάβαρα υποστυλώσαμε .

“-Σας ευχαριστώ πολύ κ.διευθυντά, ασφαλώς θα το κάνω. Δε με πειράζει.
-Μα τι ωραίος γάμος. Τι πλούσια εδέσματα. Από καλή οικογένεια η νύφη;
-Ναι είναι φίλη μου, αλλά θα σου πω κάτι γι αυτήν, μην το πεις όμως σε κανέναν.
-Ε, δεν είναι δα και τόσο ωραία. Απλά είναι εύκολη,
-Μα να τα φτιάξει με Αλβανό;
-Μην ανακατεύεσαι εσύ. Εσύ κοίτα τον εαυτό σου. Να πάνε να πνιγούν οι άλλοι. Εσύ τον εαυτό σου
-Φυσικά και δεν του είπα για τις απολύσεις. Όσο λιγότεροι το ξέρουμε τόσο καλύτερα.
-Τι πάει να πει να μην τον κερατώνω και να ξεκαθαρίσω μαζί του; Άλλο το ένα κι άλλο το άλλο.
-Είναι ο γιος της γκει(ς) σου λέω. Κραγμένος,  πα, πα, πα.
-Ρε, να κάτσουν στη χώρα τους να πολεμήσουν.
-Ρε θα σε στοχοποιήσουν και μετά άντε να ξαναβρείς δουλεια. Κάνε το μαλάκα ρε .”

Θα μπορούσατε να συμπληρώσετε εκατοντάδες τέτοιες στιγμές απ τη ζωή σας, θύτες και θύματα συγχρόνως.
Του ίδιου μας του εαυτού.

Δεν ξέρω πόσο κατάφερα να μην χωθώ στο λάκκο ως το λαιμό.

Καμιά φορά όμως, μάλλον συχνά, σκέφτομαι ν’ ανάψω ένα τσιγάρο φουγάρο, να φτάσει το ντουμάνι του μέχρι τον έναστρο ουρανό, να κάνει τ’ άστρα πολύχρωμα, να πετάξω τα ρούχα μου και να κολυμπήσω ολόγυμνη, μες στη νύχτα, στα νερά του Μύρτου της Κεφαλλονιάς και να του πω με παράπονο, πως εκείνος τα κατάφερε, πως δεν υποτάχθηκε σε κανέναν, πως είναι ελεύθερος κι αδιαφορεί για όλη την κακοφτιαξιά των ανθρώπων.

Για να μου απαντήσει, αιφνιδίως, πως δεν είναι έτσι, κι αυτόν τον κατουρούν οι παραθεριστές που μουλιάζουν στα νερά του, νομίζοντας πως τους ανήκει, όπως νομίζουν πως τους ανήκουν τα μεγάλα καλοκαίρια, οι ζωές των άλλων ανθρώπων και τα πάθη τους.

Και τότε, παίδες, άλλο δεν μίλησα, μόνο αποφάσισα να ξημερωθώ εκεί, να δω την ανατολή, να την αφήσω να με φιλήσει στο στόμα, αυτή τη φορά και να αποχαιρετίσω την θάλασσα πεπεισμένη πια πως μπορεί να μην έγινα επαγγελματίας χορεύτρια, όπως μού πρεπε δηλαδή, αλλά δεν έγινα τίποτε άλλο που δεν ήθελα.

Κι ας έσκυψα το κεφάλι πολλές φορές. Κι ας με υπέταξαν χωρίς, καν, να μου πουν το λόγο.
Τη ψυχή την άφησα να πετά στα πολύχρωμα ντουμανιασμένα αστέρια.


Προηγούμενο άρθρο
Επόμενο άρθρο

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0