ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Το «κρυφό σχολειό» του Saristra Festival, στην Κεφαλονιά [εικόνες-video]

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: Το «κρυφό σχολειό» του Saristra Festival, στην Κεφαλονιά [εικόνες-video]

Κάθε καλοκαίρι, στις αρχές Αυγούστου, το χωριό-φάντασμα των Παλιών Βλαχάτων, στη της Κεφαλονιάς, μετατρέπεται σε ένα ζωντανό και φωτοβόλο άστρο πολιτισμού, χάρη στο .

Η ομάδα του φεστιβάλ, η οποία αποτελείται κατά κύριο λόγο από ντόπιους εθελοντές, μέσα στα ερείπια του παρελθόντος δημιουργεί ένα τοπίο που αγγίζει το μέλλον.

Δεν είναι μόνο οι μουσικές που πλημμυρίζουν τα χαλάσματα, είναι οι δράσεις, οι εκθέσεις, οι συζητήσεις και τα σεμινάρια που λειτουργούν συμπληρωματικά παράγοντας μία ολοκληρωμένη πολιτισμική αλλά και πολιτική και κοινωνική πρόταση.

Μπορεί στην Ελλάδα να προτιμούμε να γκρινιάζουμε, παρά να δημιουργούμε, μπορεί η κατσίκα του γείτονα να είναι πάντα καλύτερη από τη δική μας, και να την προτιμούμε νεκρή, όμως στην «σκηνή της κατσίκας με τα χρυσά δόντια» (έτσι ονομάζεται η μία από τις δύο σκηνές του Σαρίστρα), στην κεντρική Πλατεία-Αλώνι (Σαρίστρα) αλλά και στα γεμάτα αναμνήσεις χαλάσματα του παλιού χωριού, ξαναγεννιέται μία ζωή γεμάτη από τα «συν» της συνύπαρξης.

Συν-ακροάσεις, συζητήσεις, συλλογικά παιχνίδια και δράσεις για παιδιά, δημόσιες προβολές, μύθοι και ιστορίες του τόπου που συλλέχθηκαν από ντόπιους και ακούγονται ομαδικά, ακόμη και το δέντρο ευχών όπου ο κάθε επισκέπτης μπορεί να εκφράσει την εικόνα του για το μέλλον, όλα φωνάζουν ότι το Saristra προτείνει, πέρα από υπέροχες μουσικές, και έναν διαφορετικό τρόπο ζωής. Παράγει δηλαδή μία πολιτική δράση.

Και στην Κεφαλονιά, φαίνεται ότι αυτό αρχίζει να γίνεται παράδοση αν λάβουμε υπόψη ότι λίγες εβδομάδες πριν, στην ίδια λογική κινείται και ένα άλλο τριήμερο φεστιβάλ, αυτοοργανωμένο και συλλογικό, το φεστιβάλ του Κοινωνικού Εργαστηρίου Τραβέρσο.

 

 

Οι μουσικές

Για όλα αυτά, αλλά και για τις μουσικές που προτείνει το Saristra Festival, μοιάζει να λειτουργεί σαν κρυφό σχολειό. Ανεβαίνοντας το στενό και φιδωτό δρόμο που οδηγεί στο παλιό χωριό, ξέρεις ότι θα ανακαλύψεις έναν νέο ολοζώντανο μουσικό κόσμο που κρύβεται από τα Μέσα Μαζικής Εξημέρωσης (όπως τα χαρακτήριζε ο Πανούσης). Έναν κόσμο που αποτελεί την πρωτοπορία της ελληνικής μουσικής, και μάλιστα μια πρωτοπορία ανεπιτήδευτη, ευφάνταστη και κυρίως ειλικρινή και άμεση.

Η σύγκριση των μουσικών που ακούγονται στα αλώνια του Saristra με το σύγχρονο μουσικό κατεστημένο της χώρας προκαλεί θλίψη αλλά και έναν υπόγειο θυμό. Όταν στο αυτοαποκαλούμενο «έντεχνο» ελληνικό τραγούδι χτίστηκαν ολόκληρες καριέρες πάνω σε 2-3 συγχορδίες και ρυθμούς, οι μουσικοί του Saristra αλλά και δεκάδες άλλες άγνωστες στον πολύ κόσμο μπάντες και καλλιτέχνες δημιουργούν ένα ολόκληρο μουσικό σύμπαν που συνδυάζει, με απίστευτη τόλμη, προωθημένες μουσικές ιδέες και στυλ.

Η… undergound ελληνική μουσική σκηνή, μόνο underground δεν είναι. Είναι το πάνω ράφι της καλλιτεχνικής έκφρασης σε μια χώρα που ταλαιπωρείται από επαναλαμβανόμενη νεκροφιλία σε ότι έχει να κάνει με την μέινστριμ μουσική παραγωγή που προβάλλεται από τα μέσα.

Μπορεί καλλιτέχνες όπως οι Kolida Babo να εκπροσωπούν την Ελλάδα σε διεθνείς Μπιενάλε και να φιγουράρουν στο Top 20 των γαλλικών Itunes όμως οι τηλεοπτικοί φωστήρες θα συνεχίζουν να προτείνουν έναν… «Σπύρο». Και καλά ο «Σπύρος», τουλάχιστον το έκανε πρώτος και πετυχημένα. Τα τελευταία χρόνια όμως ξεπρόβαλαν και οι παραλλαγές. Έτσι ο κάθε «Σπύρος» και οι παραλλαγές του, στα τηλεοπτικά Σαββατόβραδα και Παρασκευές, θα συνεχίζουν να προτείνουν τα ίδια και τα ίδια τραγούδια, με τους ίδιους και τους ίδιους καλλιτέχνες, παράγοντας τελικά μόνο… ρυτίδες σε ένα κοινό που αγνοεί τη σύγχρονη μουσική παραγωγή των παιδιών του. «Αυτά θέλει ο κόσμος» θα μας πουν. Αυτά ξέρει ο κόσμος, θα απαντήσω.

Είναι τόσο μεγάλη και σημαντική η σύγχρονη μουσική δημιουργία αυτού του… underground κόσμου που θα μπορούσε άνετα να γεμίζει ένα ελληνικό μουσικό κανάλι σε 24ωρη βάση. Και να μη μιλήσω για τα ραδιόφωνα… Κι όποιος έχει αμφιβολία, ας δει τι βγάζει κάθε χρόνο το Schoolwave Festival, πόσα σχολιαρόπαιδα παίζουν καλύτερα και πιο ευρηματικά από τους… επαγγελματίες του έντεχνου και λαϊκού που λανσάρονται από τα μέσα, τα κορσερβοραδιόφωνα και τα ριάλιτι.

Ευτυχώς υπάρχουν πλέον και τα εναλλακτικά κανάλια πληροφόρησης (Bandcamp, Youtube κλπ), και αυτοί οι άνθρωποι βρίσκουν διέξοδο προς το κοινό. Τα λεφτά όμως πάνε αλλού, αντί να πάνε εκεί που θα πιάσουν τόπο. Αλήθεια, πόσα μουσικά γκρουπ και καλλιτέχνες θα μπορούσαν να αναδειχτούν με τα απίστευτα εκατομμύρια που έδωσε η κρατική τηλεόραση στο ποδόσφαιρο, στη χώρα που… γέννησε τον πολιτισμό;

Γι’ αυτό το ξαναλέω, το Saristra Festival, όπως και κάποιοι… σεσημασμένοι μουσικοί χώροι στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και την επαρχία λειτουργούν ως «κρυφά σχολειά», όπου εκεί, εμείς και τα παιδιά μας μαθαίνουμε πραγματικά μουσικά γράμματα.

Ο Svenonius, η… ντουντούκ και το post punk

Θα πρέπει να ομολογήσω ότι δεν γνωρίζω όλη την μουσική ορολογία που συνοδεύει τις… προγραμματικές παρουσιάσεις των συγκροτημάτων που πέρασαν από τις σκηνές του Saristra. Όλα αυτά τα νέα είδη και υποείδη που έχουν δημιουργηθεί μου είναι άγνωστα, δεν ξέρω τι διαφορά έχει το punk από το post punk και το gospel από το gospel yeh-yeh. Δεν είναι αχρείαστη όλη αυτή η εξειδίκευση αλλά δείγμα του πόσο οι νέοι καλλιτέχνες φτιάχνουν συνεχώς νέους, πολλές φορές, συνδυαστικούς δρόμους. Δεν φταίνε τα γκρουπ, εγώ φταίω που είμαι… αγράμματος.

Όμως αυτό που ξέρω είναι ότι όταν βγήκε ο Ian Svenonius στη σκηνή, παίζοντας μόνο με τον τόνο και τη χροιά της φωνής του και κυριολεκτικά γρατζουνώντας μια χορδή ή ανοιχτές όλες τις χορδές στην κιθάρα του, νόμιζες ότι άκουγες μια ολόκληρη ορχήστρα για να μην πω ότι έβλεπες ένα ολόκληρο μουσικοθεατρικό θίασο.

Η καλλιτεχνάρα αυτή μπορεί να κάνει μουσική ακόμη και ανασαίνοντας διαφορετικά, αλλάζοντας τόνο στη φωνή του, βάζοντας το μικρόφωνο διαφορετικά στο στόμα του, χτυπώντας παλαμάκια, τσιμπώντας μόνο μια χορδή στην κιθάρα. Ο Svenonius δίνει μια άλλη διάσταση στη λέξη «μινιμαλισμός» και για να ακριβολογούμε δίνει μια άλλη διάσταση στην απαραίτητη για την μεγάλη τέχνη λέξη «αφαίρεση» και «οικονομία». Κάθε του τραγούδι είναι και μια ολοκληρωμένη μουσικοθεατρική πρόταση από έναν καλλιτέχνη που μπορεί να κάνει τέχνη ακόμη και τη φράση «θα ήθελα μια μπύρα παρακαλώ». Και δεν ξέρω αν πίνει μπύρα ο άνθρωπος.

Στην ίδια αφαιρετική γραμμή κινήθηκαν οι Kolida Babo, η άλλη μεγάλη αποκάλυψη (για μένα) του Saristra. Με λεπτές αλλά άκρως περιεκτικές μουσικές γραμμές στα ουκ ολίγα πνευστά που έπαιζαν οι: Σωκράτης Βότσκος και Χαρίδημος Παππάς ήταν σαν να δίνουν ρεσιτάλ.

Ελληνικό ρεσιτάλ όμως, όχι ευρωπαϊκό. Ρεσιτάλ που οδηγεί στη μέθεξη όχι στον θαυμασμό και τα σικ χειροκροτήματα. Δεν είναι τυχαία η πορεία των «Κάλαντα, γιαγιά!» (αυτή είναι η μετάφραση του ονόματος του συγκροτήματος) μέχρι τώρα. Ποιο ευρωπαϊκός, και απίστευτα δεξιοτεχνικός ο Βότσκος, πιο παραδοσιακός και γήινος ο Παππάς φτιάχνουν ένα άριστο συνδυασμό γνωστών ρυθμών και σκοπών της μουσικής παράδοσης με τζαζ αναφορές και διανθίσματα.

Το όργανο που παίζει ο Παππάς λέγεται ντουντούκ και αποτελεί, ίσως, το πιο γνωστό παραδοσιακό μουσικό όργανο των Αρμενίων. Ο ήχος και οι σκοποί τους όμως ενώνουν με μια νοητή γραμμή όλες τις μουσικές παραδόσεις που ξεκινούν από την Κασπία και την Μαύρη Θάλασσα, περνούν από τα μέρη μας και φτάνουν μέχρι τα βάθη της Ανατολής.

Ψάχνουμε τους άριστους, είπαμε; Εδώ τους έχουμε. Με έναν ήχο καθαρό και στοχευμένο παντού. Τουλάχιστον αυτοί έχουν βρει το δρόμο τους για τα κρατικά ραδιόφωνα, έστω και αποσπασματικά. ΕΡΤ και BBC, μάλιστα.

Δυστυχώς, για λόγους «ανωτέρας βίας» δεν άκουσα τους Γιαπωνέζους Μinami Deutsch, που έμαθα ότι ήταν εξαιρετικοί, παρότι έχασαν τις κιθάρες τους σε κάποιο γερμανικό αεροδρόμιο και έπαιξαν με ξένες.

 

Άκουσα όμως τους συναρπαστικούς Dury Dava (διαβάζεται και ανάποδα ως… νταβα-ντούρι), με τα μπουζούκια και τα κιθαριστικά «γκάζια» τους, με τις ανήσυχες και ευρηματικές ενορχηστρώσεις τους, με τις φοβερή ενέργεια και ταιριαστή θεατρικότητα του Δημήτρη Κούλογλου στη σκηνή.

Και πάνω απ’ όλα μ΄αυτή τη λέξη που θα την λογοκρίνω αλλά θα την γράψω γιατί ταιριάζει. Με την κ…. που παίζουν ανατολίτικη ψυχεδέλεια για να γουστάρουν πρώτα αυτοί και μετά όλοι εμείς.

Άκουσα επίσης τους εξαιρετικούς Strawberry Pills, και θυμήθηκα την πραγματική ουσία του ρομαντισμού που δεν έχει καμία σχέση με… «καρδούλες» και «ηλιοβασιλέματα» αλλά βουτάει στα παγωμένα νερά της κυριαρχίας της λογικής για να τη θανατώσει.

Πόσο ορθολογικό είναι άλλωστε να ακούς επαναλαμβανόμενη εμμονικά την ίδια νότα από την εξαιρετική Valisia Odell κι αυτή η νότα να τρυπά όλο και πιο βαθιά την ψυχή σου; Πόσο ορθολογικό είναι να βουτάς σε όλο και πιο σκοτεινά νερά μιας πεσιμιστικής εικόνας της ζωής νιώθοντας τελικά ψυχική ανάταση;

Δεν ξέρω τι εννοούν οι άλλοι όταν μιλούν για… dark μουσική, dark wave κπλ., εγώ το βρίσκω όλο αυτό πολύ πολύ φωτεινό. Όπως φωτεινά βρίσκω και τα περισσότερα «αστέρια» που πέρασαν από το φετινό Saristra (ο πολλά υποσχόμενος Οδυσσέας Τζιρίτας, οι πάντα ανήσυχοι The Callas, ο μοναχικός αλλά ατμοσφαιρικός Johhny Labelle, ο υπέροχα αυθάδης και ανατρεπτικός Sclavos, οι s̶i̶s̶t̶e̶r̶ με τα ρυθμικά «κοπανήματα» και τις αντιστικτικές πινελιές της τρομπέτας, ο καταξιωμένος Blaine L. Reininger.


Μόνη μου ένσταση η χρήση των backing tracks (προηχογραφημένα μουσικά μέρη), ειδικά στον τελευταίο. Δεν με χαλάνε τα backing tracks γενικά, όταν όμως εντάσσονται λειτουργικά μέσα στη μουσική. Όχι όταν αντικαθιστούν μία ορχήστρα. Γιατί τότε μου δίνουν μια αίσθηση performance μέσω… Skype. Δεν άκουσα όλα τα τραγούδια του όμως και γι’ αυτό δεν έχω ασφαλή άποψη.

 

Ένα μικρό επίσης ερωτηματικό έχω με τις παράλληλες συναυλίες. Ναι μεν στην σκηνή της «Κατσίκας με τα χρυσά δόντια» (αλήθεια έτσι είναι το… τοπωνύμιο της δεύτερης σκηνής) έπαιζε κυρίως ένα είδος μουσικής, αλλά αυτό καθιστά δύσκολο το να τα παρακολουθήσεις όλα. Από την άλλη, και αυτές οι συναυλίες είχαν τον κόσμο τους, οπότε ίσως έτσι γίνεται εφικτό το να χωρέσουν περισσότερες εκδηλώσεις. Κάπου όμως πάλι, αν και λιγότερο από πέρσι, ο ήχος από τη μία συναυλία καπέλωνε κάπως την άλλη. Ίσως να μπει κάτι σαν ηχοπέτασμα, έστω με φυσικά υλικά, ώστε να ακούγονται καλύτερα κυρίως οι μουσικές στη δεύτερη σκηνή.

Μήνας Saristra

Έχω την εντύπωση ότι και ένα μήνα να κρατούσε το Saristra, θα είχαμε κάθε μέρα κάτι ενδιαφέρον να δούμε και ν’ ακούσουμε. Τότε βέβαια ο Φώτης Βαλλάτος και η παρέα των εθελοντών που τον πλαισιώνουν θα έπρεπε να ζουν με… ορό, για να αντεπεξέλθουν.

Όπως και νά ‘χει, και φέτος το Saristra Festival ήταν μια αποκάλυψη. Ένα σχολειό (κρυφό ή φανερό, δεν έχει σημασία) για όσους ενδιαφέρονται να δουν πώς κινείται η σύγχρονη μουσική παραγωγή στον τόπο μας. Για όσους έχουν βαρεθεί την δήθεν έντεχνη κλάψα και την… ευαισθησία σε λα μινόρε και δύο τέταρτα. Για όσους όσους έχουν… χτυπήσει ενέσεις με την επανάληψη των ίδιων και ίδιων τραγουδιών στις μουσικές εκδηλώσεις και τα λαϊκά πανηγύρια της Κεφαλονιάς.

Γιατί και το Saristra, μπορεί να περιέχει μια γερή δόση εικαστικής και μουσικής πρωτοπορίας στις φλέβες του, παραμένει όμως ουσιαστικά ένα «λαϊκό πανηγύρι» και μάλιστα από τα καλύτερα.

 

Οδηγίες: Δείτε όλα τα video κάνοντας κλικ στο κέντρο της video playlist που ακολουθεί. Εναλλακτικά μπορείτε να επιλέξετε το video που θέλετε να δείτε από το μενού που βρίσκεται στο πάνω δεξί μέρος της οθόνης το οποίο μοιάζει με τρεις γραμμές και ένα βελάκι: (δες εικόνα)

Προσοχή! Υπάρχει μία μόνο οθόνη video αλλά αυτή περιέχει όλα τα video που μπορείτε να επιλέξετε από το μενού. 
Τέλος, στο κάτω δεξί μέρος της ίδιας οθόνης μπορείτε να κάνετε κλικ στο τετραγωνάκι για να δείτε τα video σε πλήρη οθόνη.

Λ. Αθανασίου / Κεφαλονίτικα Νέα

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0