Κορίτσια στον καθρέφτη

Κορίτσια στον καθρέφτη

Στην ηλικία μου, οι περισσότερες φίλες κάποια στιγμή στη ζωή τους έχουν ακολουθήσει αγωγή με αντικαταθλιπτικά.

Κάποιες έχουν χωρίσει και μεγαλώνουν, επί της ουσίας, μόνες τα παιδιά τους.
Άλλες πάλι δεν κατάφεραν να γίνουν μάνες κι ας πάλεψαν εκθέτοντας την ορμονική τους ισορροπία, σε βιοχημικό βομβαρδισμό.

Άλλες πάλι συμβιώνουν σε γαμήλια συμβόλαια που τις μαραζώνουν.

Πολλές έχασαν τις δουλειές τους ή τώρα κάνουν και δεύτερη δουλειά.

Μερικές έχουν χάσει ήδη και τους δυο γονείς τους, αδέλφια και φίλους καρδιακούς.

Οι περισσότερες παλεύουν με τις αλλαγές στο κορμί τους, στην καθημερινότητα τους, με τις χαρακιές στην καρδιά τους…

Μερικές ερωτεύτηκαν ξανά και παράφορα, κόντρα σε χρόνια δύσκολα και σκληρά και μαλάκωσαν οι ρωγμές και κόπασαν τα μποφόρ της θάλασσας για λίγο, που έπλευσαν κάποτε καπετάνισσες.

Άλλες ζουν στη σιωπή και δαμάστηκαν τα κύτταρα τους τόσο, που με δυσκολία θυμίζουν εκείνα τα ολάνθιστα κορίτσια με τα ροδαλά πρόσωπα και τα ψηλά καπούλια.

Κάποιες μαγικές και πεισματάρες κρατούν ακόμη εκείνη τη σπίθα της ζωής που πάντα τρεμοσβήνει, ούτως ή άλλως, χορεύοντας με τους λύκους, λύνοντας σπαζοκεφαλιές, βαδίζοντας άφοβες μπροστά σε μετωπικές.

Όλες όμως, τις νύχτες που κοπάζει η φασαρία του κόσμου και φωτίζει το φεγγάρι στα μάτια τους τη ζωή, ξανακοιτούν φωτογραφίες από διακοπές αλλοτινών καλοκαιριών, μαζεύουν φορτιστές και ρούχα εφήβων από τα δωμάτια, απλώνουν λευκά και χρωματιστά πλυντήρια με προσοχή μπας κι ανακατευτούν και αλλάξουν τα χρώματα που δεν θα τα αναγνωρίζουν πια, μαγειρεύουν για την επόμενη και μεθεπόμενη ημέρα, ποτίζουν τα μισοξεραμένα λουλουδικά τους στο σκονισμένο μπαλκόνι τους και στέκονται ολόγυμνες μπρος στον καθρέφτη και στον εαυτό τους, μετρώντας ραγάδες, κυτταρίτιδα, νέες ρυτίδες, λευκές τρίχες. Δεν μπορούν να διακρίνουν, ούτε ένα λεπτό, τη γυναίκα που έγιναν, παρά μόνο, φανερά κι απροκάλυπτα, αντικρίζουν ένα νέο όμορφο κορίτσι που τους βγάζει τη γλώσσα και γελά φωναχτά. Με μια φωνή που δεν τους μοιάζει μα είναι τόσο οικεία. Μια φωνή που φωνάζει κι αναστενάζει και μπερδεύει ήχους κι αντίλαλους από ερωτικούς σπασμούς, παθιασμένους ψιθύρους, μωρουδίστικα κλάματα, παιδικά παρακάλια,. Η φωνή του πατέρα, σαν σε πετούσε ψηλά και σε άρπαζε, κι εσύ νόμιζες πως ποτέ δεν θα πέσεις, αφού υπάρχει πάντα το δίχτυ ασφαλείας του. Τα λόγια της μάνας «να μην χαραμίσεις τη ζωή σου». Ανάκατες φωνές αγαπημένων, λυγμοί από τραγούδια και σονάτες, κάποιος να λέει καθαρά το όνομά σου με πίστη και προσμονή. Το ακούς, αφήνεσαι κι ακούς.

Κοιτάς το είδωλο σου στον καθρέφτη, το κορίτσι που βλέπεις συνεχίζει να σου βγάζει τη γλώσσα, πας στο μπάνιο, ανοίγεις την πόρτα, κοιτάς την τουαλέτα, πλησιάζεις, κλείνεις το καπάκι της με ορμή…

Κι έπειτα σιωπή…

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0