Μοσκοβολιές τ’ Αργοστολιού (Ηλίας Τουμασάτος)

Μοσκοβολιές τ’ Αργοστολιού (Ηλίας Τουμασάτος)

Νια μέρα που εβορτάριζα
Στο Φαραώ απάνω
Εκεί που ερομαντζάριζα
Μου ήρτε να πεθάνω.

Δεν ήταν άνθη νεραντζιάς
Ούτε και τσαντσαμίνια
Που εκάμαν τα ρουθούνια μου
Να γένουνε καμίνια!

Ετήραξα τριγύρου μου
-γιατί έχω αυτή τη χάρη
Κροπιές πατώ όθε περπατώ
Με ήλιο και φεγγάρι-

Μα όχι, δεν επάτησα
βοϊδοσβουνιές καθόλου
Ετούτα τα καώματα
Θαν’ είναι του διαόλου!

Βλέπω τον φίλο μου Μεμά
Τη μύτη να βασταίνει;
«Ορέ, του λέω, ο τόπος κρούει!
Για πες μου τί συβαίνει»

«Στούμπωσ’ ο βιολογικός!»
λέει και κόβει δρόμο!
«Φεύγα κι εσύ, μην αναπνές
Απ’ τα τσιρλιά του κόσμου!»

Τουρίστες, ντόπιοι, πέστε μου,
Τί γίνηκε με δαύτους
Τί φάανε όλοι κι άξαφνα
Τρέχουνε στσου αποπάτους;

Κανείς δεν αποκρίθηκε
Σαν τσου κουρλούς εφεύγαν
Και με κλειστές τσι μύτες τσου
Τ’ αρώματα αποφεύγαν.

Μου κόπηκε η όρεξη
Κι εμέ να ρομαντζάρω
Κι εγύρισα στο σπίτι μου
Για να ξελαμπικάρω.

Αλί! Μα η κοντέσσα μου
Δυο κάβολε είχε βράσει
Κι όλο το σπίτι έκρουε
Χειρότερα απ’ τη Λάση!

Κι απάς στην ώρα να σου την
Κι η στρίγγλα πεθερά μου!
Τώρα, δελέγκου, δε βαστώ
Θα βγάλω τ’ άντερά μου!

Του τόπου αρκόντοι ακούστε με
Θερμά παρακαλώ σας
Την πόλη ξεβρωμέψετε
Θα ‘ναι για το καλό σας.

Του Γροστολιώτη η μύτη του
Άρωμα επιθυμάει
Όχι η βρωμιά το ψυχικό
Διαρκώς να του γυρνάει.

Μ’ ευκείνες τσι μοσκοβολιές
Τουρίστες δεν πατάνε
Κι οι ντόπιοι τόμου σκάσουνε
Δεν σας ξαναψηφάνε.

Βάρτε στο βιολογικό
Λεμονανθού κολώνια
Και δημαρχαίοι θα βγαίνετε
Άλλα πενήντα χρόνια.

Κι άμα μπορείτε πρόστιμο
Να βάνετε στσι σιόρες
Που βράζουνε το κάβολε
Αβέρτα με τσι ώρες!

Διά την αντιγραφήν

Γλωσσάρι:
Αβέρτα: αφειδώς
Απάς: πάνω
Απόπατος: τουαλέτα
Δελέγκου: γρήγορα
Ετήραξα: Κοίταξα
Κάβολε: κουνουπίδι
Κροπιές: περιττώματα, κοπριές
Κρούει: βρωμάει
Μου γυρίζει το ψυχικό: με ανακατεύει
Όθε: όπου
Τόμου: όταν
Τσαντσαμίνι: Γιασεμί