Ο Νώε βγήκε παγανιά

Ο Νώε βγήκε παγανιά

Ο Νώε βγήκε παγανιά
ίσαμε την Αγια-Θυμιά
Μα μού’πε ένα κοτσύφι
πως πήε κι απ’ το Νύφι.

Τι ήταν ευκειό το οργικό!
Νερομπουλιό και λάσπη
εκάμαν κακοθάνατο
τσ’ Αγιάς Θυμιάς το άστυ.

Ο Νώες εκουρλάθηκε
και μια φελούκα παίρνει
και μ’ ένα παλιοκούτσουρο
το λασπορέμα δέρνει

«Εγώ που τόσα ζωντανά
εγλίτρωσα με κόπους
πάω, μπας και προκάμουμε
Κανένα από τσ’ αθρώπους.

Μα ποιος να τζου φασκέλωσε
ευκειούς τσ’ αγιαθυμιώτες
και ποιος ε καταράστηκε
τσου δόλιους τσου νυφιώτες;

Πάω με τη φελούκα μου
να τζου περισυλλέξω
και μέσα εις την κιβωτό
Κι ευκειούς να τζου βολέψω».

Στο δρόμο που επήαινε
βλέπει ένα στρατιώτη
καβάλα σ’ ένα γάιδαρο
-τον λέγαν Δον Κιχώτη.

«Αφέντη μου», του λέει ο Νώε
«Που πας με το γαϊδούρι;
Αλί σου λιμοξίφτερο
Σε παίρνει τ’ ανεμούρι!»

«Πάω εκειαπάνου στο βουνό
τσου γίγαντες να πλήξω!
Μ’ ετούτο το σκουπόξυλο
Θε να τσου φοβερίξω».

«Ποιους γίγαντες, ορέ κουρλέ;
Εφτείνοι είναι μύλοι
που ότα φυσάει γυρίζουνε
κι ανάβει το καντίλι».

«Τα μάτια σου να πας ορέ
Στη χώρα να κοιτάξεις
Εγώ θα σώσω τα χωριά
Γνώμη δεν θα μ’ αλλάξεις.

Ευκείνοι ευτού οι γίγαντες
Ερίξανε τσου βράχους
Και τούτη δω τη λασπουριά
Κουτσούρους και βατράχους»

Ο Νώες τον εκοίταε
Που πήρε τ’ ανηφόρι
φωνάζοντας «στο ίνσταγκραμ
Αύριο θα βάλω στόρι»

«Το Δον Κιχώτη να θωρείς
Ψηλά να καμαρώνει
Που δεκαπέντε γίγαντες
Με μιας θα τσου σκοτώνει».

«Εγώ αφέντη μου, θαρρώ»
ο Νώε του απαντάει
«πως ξύλο ο ποπαρίνος σου
Να φάει πιθυμάει».

Πάει πίσω στη φελούκα του
Κι ευθύς αναρωτιέται
Τι φταίει που τούτο το χωριό
Τόσο ταλαιπωριέται;

Φταίν τα χωσμένα ρέματα;
Των μύλων φταιν τα μπάζα;
που εκουτρουβαλιάστηκε
Όλη ετούτη η μάζα;

Έξυνε την κεφάλα του
μα απάντηση καμία
Αλί, κατακαημένη μου
Αγία Ευφημία

Αλί κι εσέ μικρούτσικο
πλημμυρισμένο Νύφι
μαζί κι οι δυο πλερώσατε
Τσ’ ασυδοσιάς τη νύφη».

Έτσι είπε, κι έβαλε κουπί
στα ζα του να γυρίσει
που μ’ όσα είδαν τα μάτια του
του ‘ρτε να βλαστημήσει.

Και όπως εξεμάκραινε
βλέπει το Δον Κιχώτη
κουτσόνε να βαρυγκομά,
να λέει με σοβαρότη:

Άλλοι βγάνουνε μύρια
και ρέματα μπαζώνουν
κι άλλοι, κορόιδα να τσου πεις;
τσι λασπουριές σαρώνουν.

Διά την αντιγραφήν:

Λεξιλόγιο:

Οργικό: μεγάλη καταιγίδα
Κακοθάνατο: ημιθανές, σε ελεεινή κατάσταση
Νερομπουλιό: μεγάλες ποσότητες νερού
Αγια-Θυμιά: Η Αγία Ευφημία
Φελούκα: βάρκα
Λιμοξίφτερο: Πολύ αδύνατος άνθρωπος
Κουτσούροι: ποντικοί
Εκουτρουβαλιάστηκε: κατρακύλησε
Ποπαρίνος: πισινός

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: