Πάντα επιστρέφει εδώ*.

Πάντα επιστρέφει εδώ*.

Γιατί και αυτή ακόμη η δεξιά, με τα φρέσκα χαμόγελα και το μοντέρνο μακιγιάζ, δεν μπορεί να κρυφτεί από τον “βιολογικό” της δεσμό με ένα ολόκληρο πλέγμα παραδοσιακών κοινωνικών, ιδεολογικών και πολιτικών πεποιθήσεων και αρχών της, από τον καταστατικό πυρήνα των θέσεων της για τα πανεπιστήμια, για τις επενδύσεις, για τα σωματεία και τις απεργίες, για τις φτωχές οικογένειες και τα κοινωνικά περιθώρια.

Πριν καλά-καλά ο χρόνος της νέας κυβέρνησης σημάνει το συμβολικό πολιτικό όριο των 100 ημερών, τα μετεκλογικά χάδια σε συνέχεια του προεκλογικού φλερτ πάνω στο ταλαιπωρημένο κορμί της ελληνικής κοινωνίας, φαίνεται πως… τελείωσαν. Έτσι, οι πρώτες “νύχτες γάμου” με τις ευχές και τα γλυκόλογα δίνουν την θέση τους στον κυνισμό μιας ρεαλιστικής… ορθότητας, αυτής που θα φέρει ένα μεγάλο σύνολο της κοινωνίας μας στο… ταμείο για να πληρώσει τα… “γαμπριάτικα”.

Επέστρεψαν, λοιπόν. Προφανώς με νέα χαμόγελα, νέα πρόσωπα και σύγχρονες συμπεριφορές, αυτές που κατάφεραν να πείσουν το απαραίτητο εκλογικό και πάντως μειοψηφικό σε πραγματικούς αριθμούς, ρεύμα των ψηφοφόρων. Εκείνων, ουσιαστικά, που επέλεξαν να ξεπεράσουν και να τιμωρήσουν μια πολιτική σχέση πάθους και έντονου ενθουσιασμού κατά την διάρκεια του “αρραβώνα” τους με τον ΣΥΡΙΖΑ πριν το 2015, ενός αρραβώνα που οδήγησε στην καθολική απιστία λίγους μήνες μετά τον γάμο του με την εξουσία, τον Γενάρη του 2015.

Τα πρώτα σημάδια της… επιστροφής, αν και όχι ακόμη δομικά μιας πολιτικής που θα δείξει τον πραγματικό εαυτό της από τον Γενάρη του 2020, σε λίγους μήνες δηλαδή, είναι καθοριστικά. Και μπορεί προς το παρόν το επιχείρημα της κυβερνητικής Νέας Δημοκρατίας να βρίσκει στέρεα βάση πάνω σε κυβερνητικές επιλογές της προκατόχου της του ΣΥΡΙΖΑ, οι πραγματικές διαθέσεις της όμως, όσο κι αν επιχειρείται να συγκαλυφθούν, με αρκετό κόπο –θα λέγαμε– κάποιες φορές, αρχίζουν να διαφαίνονται.

Γιατί και αυτή ακόμη η δεξιά, με τα φρέσκα χαμόγελα και το μοντέρνο μακιγιάζ, δεν μπορεί να κρυφτεί από τον “βιολογικό” της δεσμό με ένα ολόκληρο πλέγμα παραδοσιακών κοινωνικών, ιδεολογικών και πολιτικών πεποιθήσεων και αρχών της, από τον καταστατικό πυρήνα,  δηλαδή,  των θέσεων της για τα πανεπιστήμια, για τις επενδύσεις, για τα σωματεία και τις απεργίες, για τις φτωχές οικογένειες και τα κοινωνικά περιθώρια. Κι από την άλλη, η ιστορική της προσήλωση, σταθερή και μονοσήμαντη, στον λεγόμενο “ξένο παράγοντα”, δεν μπορεί να διαφύγει μιας αντίληψης και πρακτικής προσκόλλησης σε μεγάλους συμμάχους, εκείνους που συγκροτημένα πλέον “κατοικοεδρεύουν” πάνω στα ρευστά ρεύματα της ανατολικής Μεσογείου.

Για πολλούς, κάποιες πρώτες πολιτικές και νομοθετικές πρωτοβουλίες της νέας κυβέρνησης φαίνονται πως περνούν δίπλα τους και δεν τους αγγίζουν. Οι συνέπειες της βαθιάς κρίσης, άλλωστε, συχνά δεν αφήνουν περιθώρια για άλλους είδους αντιμετώπιση ζητημάτων που δείχνουν πιο… δευτερεύοντα. Όμως, μια τέτοιου είδους “αυταπάτη” για κεντρικές ιδεολογικές αν και συγκαλυμμένες πολιτικά πρακτικές όπως η κατάργηση μέσα σε μια νύχτα του αυτοδιοίκητου του ΚΕΘΕΑ, η εξίσωση των Πανεπιστημίων με τα απολυτήρια των πολυτελών σπουδαστικών “ξενοδοχείων” του Κολωνακίου (και όχι μόνο φυσικά), το “χέρι” στις απεργίες και τα σωματεία, η απελευθέρωση και η πριμοδότηση μιας ανάπτυξης σε όλα τα βουνά και τις θάλασσες, όπως και στις παραθαλάσσιες ζώνες αλλά και τόσα άλλα, όχι απλά επιφέρουν βάρος στα λαϊκά και κοινωνικά δικαιώματα, αλλά ουσιαστικά ξεκινούν την μεγάλη επιστροφή μιας δεξιάς, που τους επόμενους μήνες έρχεται για να εφαρμόσει αυτά ακριβώς που πιστεύει.

Μια προς το παρόν πιθανή… βεβαιότητα  για την “δεξιά που έρχεται” απορρέει εξίσου από την μακρά παρουσία της στα πολιτικά πράγματα μιας χώρας που οδηγήθηκε στην ανθρωπιστική, κοινωνική και οικονομική κρίση και με δικής της ευθύνη, όσο κι αν μια κρίσιμη εκλογική μερίδα στις πρόσφατες εκλογές το λησμόνησε, μια ευθύνη που όσο κι αν διέφυγε της εκλογικής προσοχής, θα επανέλθει. Κι αυτό γιατί θα θελήσει να εφαρμόσει στις ίδιες πλάτες τις ίδιες ακριβώς ιδεολογικές και πολιτικές της “επιταγές”, αυτές που φέρνουν χρήμα στους λίγους και εκλεχτούς, ενώ στους φτωχούς και μικρομεσαίους σκληρές δοκιμασίες, ανάλγητες κοινωνικά συμπεριφορές, πλειστηριασμούς, ελεεινά μεροκάματα και συνθήκες εργασίες, απαξιωμένη παιδεία και πληρωμένη υγεία. Και μακάρι να διαψευσθούμε.

Στα νέα αυτά δεδομένα, το ζητούμενο παραμένει ένα: αν θα μπορέσει ο λαός μας να βάλει εμπόδια σε μια πολύ πιθανή προσπάθεια μιας σκληρής δεξιάς παλινόρθωσης. Όχι φυσικά με τον τρόπο της ανάθεσης που δοκιμάστηκε πρόσφατα και απέτυχε, αλλά με τις δικές του δυνάμεις. Γιατί απέναντι σε μια δεξιά που πάντα επιστρέφει, είναι απολύτως αναγκαίο ο λαός μας να έχει “επιστρέψει” πρώτος. Ξεπερνώντας το πρόσφατο σοκ μιας κυβερνητικής και αυτοπαραδομένης “αριστεράς”, συσπειρωμένος στο “σημείο” εκείνο που θα ξαναγεννηθούν τα οράματα και οι ελπίδες του.

* ο τίτλος δανεικός και παραλλαγμένος από εδώ:

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0