Καππάτος: Έχει μεγάλη σημασία για τους ξενιτεμένους μας να μπορούν να ψηφίζουν

Καππάτος: Έχει μεγάλη σημασία για τους ξενιτεμένους μας να μπορούν να ψηφίζουν

Στη συζήτηση για την αναθεώρηση του Συντάγματος μίλησε ο βουλευτής Κεφαλονιάς , ο οποίος αναφέρθηκε στις τροποποιήσεις που προωθούνται για την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, για την ψήφο των αποδήμων (στην οποία αναφέρθηκε και στους Κεφαλονίτες μετανάστες) κ.α.

Δείτε το βίντεο και το κείμενο της ομιλίας του


Κύριοι Υπουργοί, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, πέρα από τις καταγεγραμμένες στην Επιτροπή διαφορετικές μας προσεγγίσεις, είναι τιμητικό που αποτελούμε μέλη μιας Αναθεωρητικής Βουλής, μιας από τις τέσσερις της Μεταπολίτευσης μέχρι σήμερα.
Συγχαίρω τους συναδέλφους όλων των παρατάξεων που εργάστηκαν στην Επιτροπή για την επίτευξη συγκλίσεων επί αναθεωρητέων διατάξεων.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είχε καταστεί σαφές ήδη από την προηγούμενη Κοινοβουλευτική Περίοδο της προτείνουσας Βουλής και ασφαλώς πριν τις εκλογές του Ιουλίου ότι για τη Νέα Δημοκρατία η Συνταγματική Αναθεώρηση δεν ήταν όσο φιλόδοξη θα έπρεπε. Η άποψή μας αυτή δεν έχει στόχο να μειώσει την αξία επιμέρους διατάξεων που διαφαίνεται ότι τελικά θα αναθεωρηθούν.
Οι περισσότεροι συνάδελφοι έχουν αναφερθεί στο άρθρο 16. Δεν θα σταθώ τόσο στον οικονομιστικό χαρακτήρα της συζήτησης για την ανάγκη ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων. Πρέπει να εξηγήσουμε στους πολίτες ποια είναι η σημασία της έγκαιρης επικαιροποίησης άρθρων του Συντάγματος. Για να γίνει αυτό ευκολότερα κατανοητό, το άρθρο 16 έχει πράγματι αποκτήσει μια διδακτική διάσταση πλέον.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, τι εννοούμε όταν λέμε ότι η χώρα μας πρέπει να μετατραπεί σε διεθνές εκπαιδευτικό κέντρο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και έρευνας; Οι περισσότεροι συνάδελφοι της Αντιπολίτευσης εστιάζουν τη διαφωνία τους αποκλειστικά στο ενδεχόμενο εμπλοκής –εντός εισαγωγικών- «αγοράς» στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με την οποία είναι ιδεολογικά αντίθετοι. Ωστόσο, αντιμετωπίζουν τη συζήτηση μ’ έναν τρόπο μονολιθικό, που αγνοεί τις ευρύτερες συνέπειες μιας αναθεώρησης του άρθρου 16.
Η Νέα Δημοκρατία επιχειρηματολογεί υπέρ της ανάγκης μετατροπής της χώρας σε διεθνές εκπαιδευτικό κέντρο, γιατί αυτό αναδεικνύει ένα βασικό συγκριτικό πλεονέκτημά μας. Είναι μια εξέλιξη που μπορεί να αποτελέσει πολλαπλασιαστή ισχύος για τη χώρα. Σε προηγούμενες δεκαετίες δείκτες ισχύος όπως ο πληθυσμός, η οικονομία και η στρατιωτική ισχύς θα ήταν καταλυτικοί για τη διεθνή θέση της χώρας.
Ας είμαστε ειλικρινείς. Οι προοπτικές για την με βάση τους κλασικούς δείκτες διεθνούς ισχύος θα ήταν μάλλον απαισιόδοξες μακροπρόθεσμα.
Ωστόσο, στον σύγχρονο κόσμο έχει αυξηθεί η σημασία των δεικτών της αποκαλούμενης ήπιας ισχύος, ενός όρου που έχει εισαχθεί δυναμικά στις διεθνείς σχέσεις τα τελευταία τριάντα χρόνια. Η ήπια ισχύς αφορά τον πολιτισμό, την παιδεία, τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου, τη διπλωματία, την ποιότητα ζωής, καθώς και πολλούς άλλους παράγοντες, γενικά την επιρροή και την ελκυστικότητα μιας χώρας στο διεθνές γίγνεσθαι. Με βάση τη θεωρία της ήπιας ισχύος, η Ελλάδα θα μπορούσε να είναι μια αρκετά σημαντική χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο, σε επιμέρους τομείς.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ποιο είναι το διαχρονικό βασικό συγκριτικό πλεονέκτημα του ελληνισμού; Μα, ασφαλώς ο πολιτισμός, οι επιστήμες και η παιδεία. Γι’ αυτά ξέρει κυρίως όλος ο υπόλοιπος πλανήτης την Ελλάδα, για τη διαμόρφωση της βάσης του αξιακού συστήματος του δυτικού κόσμου από την ελληνική φιλοσοφία και σκέψη. Όταν επιχειρηματολογούμε για την ανάγκη μετατροπής της Ελλάδος σ’ ένα διεθνές εκπαιδευτικό κέντρο υψηλού επιπέδου για φοιτητές, ερευνητές, ακαδημαϊκούς και επιστήμονες απ’ όλον τον κόσμο, έχουμε και αυτό υπόψη μας. Η πρωτοπορία της Ελλάδας σε οποιονδήποτε τομέα μετατρέπεται σε παράγοντα ισχύος, πόσω μάλλον όταν αναφερόμαστε στην εκπαίδευση, η οποία διαμορφώνει διαχρονικά την κουλτούρα, την επιστήμη και την οικονομία, τελικά την ίδια την έννοια της προόδου παγκοσμίως και διαχρονικά.
Για την αναθεώρηση δύο κομβικών άρθρων που συζητάμε σήμερα, αξίζει να επισημανθεί η σημασία της τροποποίησής τους για τη σταθερότητα και την ποιότητα του πολιτικού μας συστήματος.
Σε κάθε περίπτωση, στη σημερινή συζήτηση κεντρική θέση έχει η αναθεώρηση της τέταρτης παραγράφου του άρθρου 32, που πρέπει να οδηγεί σε αποσύνδεση της διαδικασίας εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας από ενδεχόμενη διάλυση της Βουλής.
Να ξεκαθαρίσουμε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι αυτό είναι το μείζον. Η αναθεώρηση του σχετικού άρθρου αποτελεί εξορθολογιστική παρέμβαση στο πολιτικό σύστημα. Δυστυχώς, ο τρόπος που χρησιμοποιήθηκε η διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας αποτέλεσε παράγοντα αποσταθεροποίησης του πολιτικού συστήματος και οπωσδήποτε υπήρξε υποτιμητική για τον θεσμό, τον οποίον στην πράξη «εργαλειοποίησε». Ο εκβιασμός της διάλυσης της Βουλής έγινε με καταχρηστικό τρόπο όχημα μικροπολιτικών σχεδιασμών. Οι συνάδελφοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης επικεντρώνονται στη διάσταση του θεσμού ως εξισορροπητικού στοιχείου για το πολίτευμα και γι’ αυτό επιχειρηματολογούν υπέρ της άμεσης ανάδειξής του από τον λαό. Ωστόσο, η πολιτική πρακτική και η πρόσφατη ιστορική εμπειρία δείχνουν το αντίθετο.
Αν αναζητήσουμε την ουσία του θεσμού του Προέδρου της Δημοκρατίας σήμερα, θεωρώ ότι όλοι συμφωνούμε ότι συνίσταται σε δύο βασικές λειτουργίες. Είναι σύμβολο ενότητας του έθνους και παράγοντας ενίσχυσης της ομαλότητας της πολιτικής ζωής. Μια διαδικασία άμεσης εκλογής, που πάντα λαμβάνει συγκρουσιακά χαρακτηριστικά, θα περιόριζε τις δύο ουσιαστικότερες για το πολίτευμα λειτουργίες του θεσμού.
Εξάλλου, η εκλογή Προέδρου με μικρότερες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες ως έσχατη λύση δεν αποτελεί το επιδιωκόμενο με την αναθεώρηση του άρθρου 32. Η προτεινόμενη διάταξη είναι μια μέθοδος αντιμετώπισης ενός αδιεξόδου με τον λιγότερο επώδυνο για την πολιτική σταθερότητα τρόπο. Επαφίεται στην ωριμότητα του πολιτικού συστήματος να επιτύχει συγκλίσεις για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας. Σε διαφορετική περίπτωση, αυτοαναιρούμαστε και απαξιώνουμε τον ρόλο μας ως Βουλευτές, όταν αναγάγουμε τη διαδικασία εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας σε πεδίο κομματικής αντιπαράθεσης, σε μια διαδικασία της οποίας η επιτυχία εξαρτάται από τη διατύπωση ενός κειμένου, αγνοώντας μια ουσιώδη προϋπόθεση υγιούς λειτουργίας του κοινοβουλευτισμού, που είναι η ειλικρινής προσπάθεια για επίτευξη συγκλίσεων.
Αυτό το τελευταίο δεν είναι κάτι που μπορεί να επιβληθεί από το γράμμα του Συντάγματος. Για να επιτευχθεί αυτό, είναι απαραίτητος ένας αναστοχασμός του θεσμού της Προεδρίας της Δημοκρατίας. Κάθε Δημοκρατία χρειάζεται θεσμικά αντίβαρα. Παρά τους περιορισμούς του, το Σύνταγμα δεν απαγορεύει τη λειτουργία του θεσμού της Προεδρίας ως αντίβαρου -σε ορισμένα πλαίσια, προφανώς- και αν ιστορικά αυτό χρειαστεί σε έκτακτες περιπτώσεις. Αυτό δεν αποτελεί αντικείμενο μόνο νομικής ερμηνείας του Συντάγματος, αλλά και θεσμική κατάκτηση στο πλαίσιο μιας πολιτικής παράδοσης. Αποτελεί, δηλαδή, κεκτημένο που θα υπηρετείται από το πνεύμα του Συντάγματος.
Ένα δεύτερο ζήτημα που συζητάμε σήμερα αφορά στην αναθεώρηση της παραγράφου 2 του άρθρου 68, με την οποία η αντιπολίτευση θα μπορεί με πρωτοβουλία της να επιβάλει τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής. Πρόκειται για μια διάταξη που θα εμπλουτίσει το πολίτευμά μας ποιοτικά και συνιστά μια σημαντική παραχώρηση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Συνδέει οργανικά τον έλεγχο της μειοψηφίας με τον κοινοβουλευτικό μηχανισμό της Εξεταστικής Επιτροπής, που ως σήμερα αποτελεί προνόμιο της πλειοψηφίας.
Επιπλέον, οι Εξεταστικές Επιτροπές με πρωτοβουλία της αντιπολίτευσης αναδεικνύουν την πλουραλιστική φύση της κοινοβουλευτικής μας Δημοκρατίας, ειδικά σε μια εποχή που η συζήτηση για τις ανελεύθερες δημοκρατίες στην Ευρώπη είναι έντονη. Επομένως, μπορεί η συγκεκριμένη διάταξη να συμβάλει στην ποιοτική αναβάθμιση της λειτουργίας της Βουλής ως πρόσθετο θεσμικό αντίβαρο επικουρικό στον ουσιαστικό έλεγχο της κυβέρνησης από την αντιπολίτευση, αρκεί αυτό το κοινοβουλευτικό εργαλείο να χρησιμοποιηθεί από την εκάστοτε αντιπολίτευση με θεσμική υπευθυνότητα.
Πριν κλείσω την ομιλία μου και με αφορμή και την αυριανή συζήτηση, θέλω να εκφράσω την ελπίδα αυτή η Συνταγματική Αναθεώρηση να αποτελέσει την αρχή μιας διαδικασίας που θα επιτρέψει σε Έλληνες πολίτες που διαμένουν ή βρίσκονται στο εξωτερικό να ασκούν ανεμπόδιστα το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμά τους.
Ως Βουλευτής του Νομού Κεφαλλονιάς και Ιθάκης εκπροσωπώ έναν τόπο από τον οποίον οι συμπατριώτες μου εδώ και αιώνες ξενιτεύονται προς κάθε σημείο της γης και για διάφορα χρονικά διαστήματα και γνωρίζω καλά τι σημασία έχει να μπορούν όπου και αν βρίσκονται να αποφασίζουν για τον τόπο που τόσο αγαπούν και στον οποίον ονειρεύονται να επιστρέψουν.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η Ελλάδα βρισκόταν κάποτε στην παγκόσμια πρωτοπορία χάρη στον προοδευτικό χαρακτήρα του Συντάγματός της. Λίγες δεκαετίες μετά την ίδρυση του ελληνικού Κράτους είχαμε ένα Σύνταγμα που θεωρείτο πρότυπο και πρωτοπόρο. Με αυτό το πνεύμα οφείλουμε να αντιμετωπίσουμε και σήμερα την επικαιροποίηση του καταστατικού νόμου της χώρας.
Η ιστορική διάσταση μιας Αναθεωρητικής Βουλής και η καταγραφή της τοποθέτησης του καθενός και της καθεμιάς απ’ αυτό το Βήμα αποτελούν μέρος της θεσμικής παράδοσης και μνήμης του πολιτεύματος, θεσμικής μνήμης που θα αποτελέσει οδηγό για την επόμενη Αναθεώρηση του Συντάγματος.
Οφείλουμε, λοιπόν, αποδεχόμενοι τους περιορισμούς που επιβάλλει η ιστορική συγκυρία, να αντιμετωπίσουμε το Σύνταγμα ως έναν καταστατικό νόμο που πρέπει να επικαιροποιείται έγκαιρα σ’ έναν κόσμο που αλλάζει όλο και πιο γρήγορα, να αναγνωρίσουμε ασφαλώς τη θεσμική μας ευθύνη ως μέλη της παρούσας Αναθεωρητικής Βουλής με έργο ορισμένο από την προτείνουσα ως προς τις αναθεωρητέες διατάξεις, να αναλάβουμε όμως εξίσου και την ιστορική μας ευθύνη ως συνδιαμορφωτές της θεσμικής μνήμης της Δημοκρατίας μας.
Σας ευχαριστώ.

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0