Το Αμάρτημα του Συντρόφου.

Το Αμάρτημα του Συντρόφου.

Γιατί τα κινήματα ακόμη και αυτά που αποκαλούμε... σκοπού, έστω και αν δεν το ξέρουν, έχουν από τη φύση τους πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, δεν είναι επιστημονικά ή τεχνοκρατικά συμπόσια, δεν είναι παρέα στα ταβερνάκια, δεν είναι κλειστή λέσχη δημιουργικών ανταμώσεων για βαρετά απογεύματα, είναι πάνω και πρώτα από όλα μια πολιτική πράξη με βαθιά κοινωνική ευθύνη και ιστορική ανακατεύθυνση.

Πάνε περίπου 7 με 8 χρόνια, όταν στην καρδιά των κινημάτων που ξέσπασαν με την έναρξη της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, κινήματα που έμειναν στην προσωρινή μνήμη ως τα κινήματα της πλατείας, σε ένα απόμερο χωριό της Εύβοιας, τόλμησα για τις συνθήκες της εποχής να ρωτήσω στα πλαίσια μιας ιδιωτικής συνάντησης, έναν τίμιο κομμουνιστή, βουλευτή του ΚΚΕ, γιατί το κόμμα του… περνάει και δεν μένει, έστω στο κάτω μέρος της πλατείας (ενν. Συντάγματος). “Γιατί στις πλάτες μας κουβαλάμε μια μεγάλη Ιστορία που δεν μας επιτρέπει να είμαστε επιπόλαιοι”, ήταν η απάντησή του.

Η αλήθεια είναι πως την συγκεκριμένη απάντηση τότε, ούτε να την κατανοήσω μπόρεσα, ούτε να την αντιληφθώ. Το αντίθετο, μου προκάλεσε αρκετή θα έλεγα αγανάκτηση και πιθανόν οργή, σε τέτοιο σημείο μάλιστα, που αναγκάστηκε ο οικοδεσπότης και ένας από τους ανθρώπους που θέλω να αποκαλώ “δάσκαλός μου”, να εκτονώσει, όχι περισσότερα φυσικά από το συγκεκριμένο εκείνο φραστικό… επεισόδιο. Μένοντας με την απορία. Για να ξανάρθει στη μνήμη μου, τόσο η απάντηση που τότε μου δόθηκε, όσο αυτά που κρύβονταν πίσω από αυτήν, μόλις πριν λίγες ημέρες, κατά την διάρκεια της 8ης Ανοιχτής Συνέλευσης κατοίκων Κεφαλονιάς-Ιθάκης ενάντια στην εξόρυξη υδρογονανθράκων.

Πέρα από αναγνώσεις, εξιστορήσεις ή αφηγήσεις, οι δικές μας γενιές ευτύχησαν (ας μου επιτραπεί αρχικά), να βιώσουμε τέσσερις περιόδους μεγάλων κινηματικών εφορμήσεων. Η πρώτη, όντας τότε μαθητές, κάπου εκεί στις αρχές της δεκαετίας του 1990, με το μεγάλο μαθητικό κίνημα καταλήψεων επί εποχής… πατέρα Μητσοτάκη, με την άνανδρη και σκοπούμενη δολοφονία του καθηγητή Νίκου Τεμπονέρα, την πυρπόληση του “Κ. Μαρούσης” κοκ. Η δεύτερη, με το λεγόμενο κίνημα της Γένοβα, το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Φόρουμ και την προσπάθεια να δημιουργηθεί στην Ευρώπη, επομένως και στην , ένα ρεύμα αμφισβήτησης στις αδιέξοδες νεοφιλελεύθερες πολιτικές, που όντως λίγα χρόνια μετά, μας έριξαν στα… βράχια μιας πρωτόγνωρης ανθρωπιστικής κρίσης. Η τρίτη, μόλις πριν λίγα-σχετικά-χρόνια, μετά την δολοφονική επίθεση στον μαθητή Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο, για να φτάσουμε στην τέταρτη, την πιο πρόσφατη, στα κινήματα της πλατείας κατά των μνημονίων, μέσα στην οποία (περίοδο) φυσικά και αναφέρεται η άνοδος της Χ.Α και η δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Στις τέσσερις αυτές κινηματικές εξάρσεις των τελευταίων 30 χρόνων, κοινά σημεία, επομένως και κοινά συμπεράσματα δύσκολα να προκύψουν. Άλλωστε δεν είναι και δική μας δουλειά, πόσο μάλλον στα πλαίσια μιας αρθρογραφίας σε μια “επαρχιώτικη” εφημερίδα. Κάποια στιγμή, η αμείλικτη και -ελπίζουμε- δίκαιη ιστορική Κρίση, θα αποδώσει όσα είναι να αποδώσει και θα απορρίψει εκείνα που πρέπει να απορριφθούν. Προς το παρόν, έστω με αρκετές συναισθηματικές και όχι τόσο λογικές, δόσεις ενός αποδεικτικού “ρομαντισμού”, να αξίζει να σταθούμε ή να σημειώσουμε, τον αυθορμητισμό κάποιων από τα παραπάνω κοινωνικά ξεσπάσματα, έναν αυθορμητισμό που “ενώνει” την απόσταση ακόμη και διαφορετικών, μικρών ή μεγάλων, χώρο-χρονικών “εξεγέρσεων”, σε ένα τυχαίο συναπάντημα του ιστορικού, πλέον, χρόνου.

Εξαιρώντας για την αμείλικτη οικονομία της γραφής το μαθητικό κίνημα των αρχών του ’90, την δολοφονία του Γρηγορούπουλου και του Φύσσα, τα μόνα -πολύ πιθανόν- μαζικά κινηματικά σκιρτήματα που γεννήθηκαν ή επιταχύνθηκαν τελείως αυθόρμητα πότε από έναν αναστεναγμό και πότε από ένα αναφιλητό, ένα εύλογο ερώτημα παραμένει διαχρονικά επίκαιρο και βασανιστικό, πως, γιατί και από ποιους, τα σύγχρονα κινηματικά ξεσπάσματα του λαού και της νεολαίας μας, δεν επέφεραν το πολυπόθητο βαρύ πλήγμα, όχι απλά σε ένα πολιτικό, κυρίαρχο στην εποχή του, πολιτικό σύστημα, αλλά σε ένα σύνολο κοινωνικών και πολιτικών αντιλήψεων, συνηθειών και συμπεριφορών. Και που αντίθετα, είτε αφομοιώθηκαν, είτε ανατέθηκαν σε αυτές, είτε και τις… καβάλησαν. Όχι από όλους, φυσικά!

Για την… εσωτερική οργανωτική και συντονιστική λειτουργία των κινημάτων, κοινό… όρκο, ασφαλώς κανείς και καμία δεν μπορεί να πάρει, ούτε και να δώσει. Εκ του αποτελέσματος και μόνο, προφανώς και κάτι δεν πήγε και τόσο… καλά. Πότε μια ανεξήγητη εσωστρέφεια, πότε ένας εύκολος μιθριδατισμός, πότε μια δικαιολογημένη απειρία ή μια υποχωρητική “αβουλία” και αρκετά συχνά μια παρεΐστικη αντίληψη με αφορισμούς για τους “άλλους”, ένα κονκλάβιο υποστήριξης “κουμπάρων”, μια αλαζονική ματαιοδοξία ή μια υποτιμητική συντροφική στοχοποίηση με ειρωνείες και γελάκια προεδρείων, θα μπορούσε να δώσει μια ανεξήγητη… εξήγηση για το πόσο εύκολα τα κινήματα παραβιάστηκαν, τερματίστηκαν, ενίοτε σπιλώθηκαν ή ακόμη και παραδόθηκαν ή αναρριχήθηκαν στην εξουσία, όχι όμως για την καρδιά του ζητήματος.

Γιατί αυτή ακριβώς η καρδιά συγκεκριμένων κινημάτων αιμορράγησε, κυρίως γιατί το πολιτικό και κοινωνικό ένστικτο ήταν ελλιποβαρές ή απουσίαζε παντελώς, γιατί τα κινήματα ακόμη και αυτά που αποκαλούμε… σκοπού, έστω και αν δεν το ξέρουν, έχουν από τη φύση τους πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά, δεν είναι επιστημονικά ή τεχνοκρατικά συμπόσια, δεν είναι παρέα στα ταβερνάκια, δεν είναι κλειστή λέσχη δημιουργικών ανταμώσεων για βαρετά απογεύματα, είναι πάνω και πρώτα από όλα μια πολιτική πράξη με βαθιά κοινωνική ευθύνη και ιστορική ανακατεύθυνση. Ιδιαίτερα όταν γεννήθηκαν μπροστά σε έναν απόλυτα καταστροφικό κίνδυνο και έχουν να αντιμετωπίσουν τα γρανάζια ενός καλά οργανωμένου και συχνά κατασταλτικού μηχανισμού, ενός μηχανισμού που μπορεί και χρησιμοποιεί κάθε μέσο, τρόπο ή μέθοδο για να τα… εξαφανίσει.

Με όλα αυτά, προφανώς, την απάντηση στην αρχική απορία για το “αμάρτημα του συντρόφου” όπως γεννήθηκε εκείνο το βροχερό απόγευμα στην Εύβοια, δύσκολα μπορούμε να την αντιληφθούμε, πόσο μάλλον να την μεταδώσουμε. Γιατί πίσω από αυτήν, κρύβεται μια ολόκληρη ιστορία ανθρώπινων, κοινωνικών και πολιτικών θυσιών για μια ιδέα, πίσω της υπάρχουν άνθρωποι και οικογένειες που ξεκληρίστηκαν ενίοτε μαρτυρικά πότε για ένα κομμάτι ψωμί, πότε για την ελευθερία, πότε για μια στιγμή Δικαιοσύνης και πότε για να γυρίσει ο ήλιος και να αλλάξει ο κόσμος. Με τα σωστά και τα λάθη της. Με τις νίκες και τις ήττες της. Με τις κραυγές και τη σιωπή της. Μια σιωπή, που κάποιες φορές μπορεί σε αρκετούς και να μας ταιριάζει περισσότερο. Ειδικά όταν για περίπου 12 χρόνια τώρα μέσα της, με κάποιες εξαιρέσεις, “κρύβεται” ένα ολόκληρο “κίνημα“. Ένα κίνημα που ποτέ δεν τα κατάφερε, εμένα τουλάχιστον,  να με πληγώσει. Το Βουβό Κίνημα.

Τα βήματά μας

άθελά μας

είναι δώρα ακριβά

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0