Οι ελεύθεροι κι ωραίοι

Οι ελεύθεροι κι ωραίοι

Μπορεί να πει κανείς πως τα κατάφερε σ αυτή τη ζωή;
Αλήθεια ποιος από εμάς μπορεί να το πει;
Και τι είναι «κατόρθωμα» εν τέλει;
Η δόξα, ο πλούτος, η υστεροφημία, η ανακάλυψη του διαστήματος, η συγγραφή μιας Βίβλου, η ανακάλυψη της θεραπείας για τον καρκίνο;
Θα με βρείτε σύμφωνη μ όλα τα παραπάνω.
Και την δόξα δε μίσησε ουδείς κι ο πλούτος είναι τροχοπέδη για να πεις πως ζεις με αξιοπρέπεια και χορτάτο στομάχι (μεγάλο μπόνους το χορτάτο στομάχι σ’ κόσμο που λιμοκτονεί, πάνω απ το 1/3 του. Μην το παίρνετε ως δεδομένο. Η πείνα είναι η μέγιστη βία) και τα ιατρικά επιτεύγματα είναι θεόσταλτα κι ο κόσμος μόνο έτσι προχωρά εμπρός, τέλος πάντων και ναι,σε όλα.
Αλλά…τι γίνεται με τον μέσα μας κόσμο;
Εκείνον τον μικρό κι αραχνιασμένο στα άδυτα των παιδικών μας επάλξεων, που είναι γεμάτος ονειροπαγίδες, θησαυρούς, μαγικούς προορισμούς,τρωκτικά, σκελετούς, ελπίδες, θραύσματα, αμπελώνες, θάλασσες κι ουράνια σώματα, γρατσουνιές και σπασμένα οστά;
Πως τα βγάζεις πέρα με τον έσω κόσμο;
Φοβάμαι, τελικά, πως μεγαλώσαμε και μεγαλώνουμε τα παιδιά μας με μόνιμη αγωνία και αγώνα, πώς θα τα καταφέρουν εκεί έξω.
Πώς θα επιβιώσουμε, πώς θα σκαρφαλώσουμε, πώς θα πολεμήσουμε, πώς θα «καπελώσουμε», πώς θα καταναλώσουμε, πώς θα γίνουμε «άριστοι» κι αν δεν γίνουμε, ζόρικα τα πράγματα… Πώς θα αποφύγουμε κακοτοπιές, τρικλοποδιές, πώς θα προστατεύσουμε τον εαυτό μας, πώς θα γλυτώσουμε το τομάρι μας και τα λοιπά και τα λοιπά…

Κι εδώ σύμφωνη θα με βρείτε (με τα περισσότερα δηλαδή). Δεν μπορεί να βρεις έξω ξυπόλητος, «άοπλος» ή γυμνός.
Ο κόσμος βρίσκεται σε μια αέναη πάλη με το κακό του
Το κακό που επιτρέπει ο ίδιος απ την πρώτη χαραυγή του;
Ο άνθρωπος;
Ο διάβολος;
Ο θεός;
Δεν ξέρω τι να σας απαντήσω.
Ψάχνω χρόνια κι εγώ κι όλο το κουβάρι μπλέκεται αντί να ξεμπλέκει.

Δρόμοι ανοίγονται μπροστά μας κι αντί να τους βαδίζουμε με ψηλά το κεφάλι, κοιτάμε πού διασταυρώνονται και πού είναι η παγίδα.
Άλλοι ασφαλτοστρωμένοι, άλλοι χωμάτινοι, άλλοι λασπωμένοι, άλλοι σκοτεινοί, άλλοι πεντακάθαροι.
Δεν γίνεται να μείνεις να κοιτάς τον δρόμο.
Πρέπει να τον περπατήσεις
Φοβισμένα, ένδοξα, σκυφτά, τρέχοντας, τρέμοντας, δεν ξέρω…
Μόνο ξέρω πως πρέπει.

Κι έτσι ψάχνοντας, ρωτώντας, μετρώντας λάθη, μαλακίες, τερτίπια και ακατάσχετες αιμορραγίες ανακάλυψα κάτι που, είμαι σίγουρη το ξέρετε ήδη.
Δεν ανακάλυψα την Αμερική με λίγα λόγια.
Ανακάλυψα τη φωτιά.

Πρέπει πάση θυσία να παραμείνει κανείς, άνθρωπος.

Και τι σημαίνει να «παραμείνεις άνθρωπος».

Ν’ «αντέχεις» τη χαρά, την τιμή, τη δόξα, τη διαφορά και την ομορφιά που κουβαλά ο διπλανός σου, ακόμη κι όταν δεν έχεις ιδεά γιατί.
Να εντάσσεσαι με τον καημό του τρομαγμένου, του πρόσφυγα, του κατατρεγμένου, του αδικημένου, του αφορισμένου, του σημαδεμένου.
Να σηκώνεις το χέρι και να λες «εγώ είμαι ο μαλάκας της ημέρας» και να ζητάς συγνώμη απ τη καρδιά σου.
Να αγαπάς το παιδί του διπλανού σου, για να μεγαλώνει το δικό σου.
Να βοηθάς κι αν δεν μπορείς, να μην εμποδίζεις αυτούς που το κάνουν.
Και να γελάς. Να χαμογελάς στο δρόμο, στη γκρίζα πόλη, στους σκοτεινούς ορίζοντες, στα μαύρα χρόνια.

Να κλαις,να αλαφραίνει το βάρος της καρδιάς του κόσμου.
Να είσαι εραστής της ίδιας σου της φύσης.

Να είσαι λεύτερος μες στη φυλακή σου. Την αιώνια φυλακή σου.

Να σαι ωραίος, χωρίς την παραμικρή αφορμή.

«Ελεύθεροι κι ωραίοι»… δεν ακούγεται λυτρωτικό;

Μικροί και παντοτινοί και σίγουρα αφελείς, μες στο χρονικό κλάσμα του ενός δευτερολέπτου, που μας έλαχε να ζήσουμε τις «μεγάλες» μας στιγμές.

Το στοίχημα είναι, πως δεν υπάρχει στοίχημα.
Έτσι κι αλλιώς, ποντάραμε πάντα στο άλογο που δεν ήταν φαβορί.
Αυτό μας έσωσε.
Κι αυτό, θα μας σώζει πάντα.

ΣΧΟΛΙΑ

WORDPRESS: 0
DISQUS: 0