Γκυ Ντε Μωπασσάν: Ο Οξαποδώ

Όταν ο καιρός αγριεύει και είναι προτιμότερο να μείνεις σπίτι παρέα μ’ ένα καλό βιβλίο και μια κούπα ζεστό καφέ παρά να ξεμυτίσεις έστω και στο μπαλκόνι, μια καλή τρομακτική ιστορία είναι ό,τι πρέπει! Στη συγκεκριμένη συγκυρία, η ιστορία που διάλεξα είναι ένα κλασικό διήγημα του Γκυ ντε Μωπασσάν, το «Ο Εξαποδώ».

Γραμμένο στα τέλη του 19ου αιώνα, μια εποχή που το μεταφυσικό, η μελέτη των ψυχικών παθήσεων και η τεχνική του υπνωτισμού είναι πολύ «της μόδας», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και ο μεταφραστής Βασίλης Πουλάκος στην εισαγωγή του, ο «Εξαποδώ» αφηγείται την καταστροφή της ζωής ενός ανώνυμου Γάλλου που σταδιακά καταλαμβάνεται από ένα πλάσμα αλλότριο, αόρατο, τρομακτικό.

Το διήγημα, που έχει μορφή ημερολογίου, ξεκινά ειδυλλιακά:

Τι υπέροχη μέρα πέρασα όλο το πρωινό ξαπλωμένος στο χορτάρι μπροστά στο σπίτι μου κάτω από το θεόρατο πλάτανο που το σκεπάζει το προστατεύει και το ισκιώνει ολόκληρο […] Αγαπώ το σπίτι μου, εδώ μεγάλωσα, από τα παράθυρα μου βλέπω τον Σηκουάνα να κυλά κατά μήκος του κήπου μου, πέρα από τον δρόμο, σχεδόν μέσα στο σπίτι μου, τον μεγάλο και φαρδύ Σηκουάνα που πάει από τη Ρουέν στη Χάβρη γεμάτος περαστικά πλεούμενα…

Σύντομα όμως, το κλίμα αλλάζει. Αρχικά, ο πρωταγωνιστής αρνείται να υποκύψει στα παιχνίδια της φαντασίας του και δεν καταφεύγει σε ..μεταφυσικές εξηγήσεις. Αρχίζει να συνειδητοποιεί πως υπάρχει κάποιος αόριστος φόβος που τον έχει καταλάβει, μια ανεξήγητη ανησυχία που όσο περνά ο καιρός γίνεται εντονότερη… Στη συνέχεια, έρχονται οι εφιάλτες και ο ταραγμένος ύπνος… Μετά, οι οπτασίες μέσα στο άπλετο φως της μέρας… Η ψυχολογική πίεση εξακολουθεί να αυξάνεται όλο και περισσότερο, κάθε μέρα που περνά. Ο πρωταγωνιστής φοβάται πια τα πάντα: φοβάται τη νύχτα, φοβάται τη μέρα, φοβάται τον ύπνο που μοιάζει έτοιμος να του ρουφήξει τη ζωή, φοβάται το σπίτι του, τους γείτονές του, την πόλη… Επιχειρεί να δραπετεύσει, ταξιδεύει κυνηγημένος σε άλλη πόλη, δοκιμάζει διάφορες θεραπείες κι εξακολουθεί να αμφισβητεί την αλήθεια των συμπτωμάτων που τον ταλανίζουν, αναρωτώμενος αν έχει πέσει θύμα αυθυποβολής. Συντετριμμένος και τσακισμένος τελικά από αυτό το κυνηγητό των αερικών, ομολογεί: Δεν έχω πια ούτε δύναμη ούτε κουράγιο ούτε αυτοκυριαρχία ούτε καν την εξουσία να θέσω σε λειτουργία τη βούλησή μου. Έτσι καταφεύγει σ’ ένα παράτολμο σχέδιο που θα έχει τελικά καταστροφικές συνέπειες για τον ίδιο και τους κοντινούς του ανθρώπους….

Το διήγημα έχει ερμηνευτεί και ως η αγωνιώδης προσπάθεια ενός συφιλιδικού να καταγράψει τα συμπτώματα της τρομερής του ασθένειας που μέρα με τη μέρα του στερεί την λογική, τη διαύγεια και την αξιοπρέπεια. Όταν εκδόθηκε το βιβλίο το 1887 ο Μωπασσάν είναι στα 37 του ένας ήδη καταξιωμένος συγγραφέας όμως έχει ήδη προσβληθεί από σύφιλη και το τέλος πλησιάζει. Το 1892 ο συγγραφέας κάνει μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας και τελικά πεθαίνει ένα χρόνο αργότερα σε ψυχιατρική κλινική του Παρισιού.

Σύμφωνα με τους μελετητές του συγγραφέα, το “Le Horla” όπως είναι ο τίτλος του πρωτότυπου έχει άφθονα αυτοβιογραφικά στοιχεία όμως, δεν πρόκειται για ένα αυτοβιογραφικό κείμενο. Το αγαπημένο πνευματικό παιδί του Φλωμπέρ και του Ζολά δεν μπορεί να απεκδυθεί την ιδιότητα του εξαιρετικού κοινωνικού παρατηρητή ακόμα και σε ένα, κατά τα φαινόμενα, προσωπικό κείμενο. Πέρα από τα ζητήματα της επιστήμης, της ψευδο-επιστήμης και της …επιστημοσύνης της εποχής που αγγίζει το κείμενο, σε μία από τις ημερολογιακές σελίδες του «Εξαποδώ», ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία και τη διαύγεια να κάνει κοινωνικό και πολιτικό του σχόλιο διαμέσου του ανώνυμου και τρομοκρατημένου ήρωά του:

14 Ιουλίου, γιορτή της Δημοκρατίας
Έκανα τον περίπατό μου στους δρόμους. Τα πυροτεχνήματα και οι σημαίες με διασκέδαζαν σα να ‘μουν παιδί. Κι όμως είναι τελείως χαζό να είσαι χαρούμενος μία συγκεκριμένη μέρα και με κυβερνητικό διάταγμα. Ο λαός είναι ένα ηλίθιο κοπάδι, πότε δείχνει μία ανόητη υπομονή και πότε επαναστατεί άγρια. Του λένε «διασκέδασε», διασκεδάζει. Του λένε «πήγαινε να πολεμήσεις με τους γείτονες» και πάει να πολεμήσει. Του λένε «ψήφισε τον Αυτοκράτορα» και ψηφίζει τον Αυτοκράτορα. Και μετά του λένε «ψήφισε Δημοκρατία» και ψηφίζει Δημοκρατία. Το ίδιο ανόητοι είναι και αυτοί που τον κυβερνούν. Εκείνοι όμως αντί να υπακούν σε ανθρώπους, υπακουν σε αρχές που δεν μπορούν παρά να είναι ηλίθιες, στείρες και κούφιες εξαιτίας ακριβώς του ότι είναι αρχές, δηλαδή ιδέες που θεωρούνται σίγουρες και ακλόνητες σε έναν κόσμο όπου κανείς δεν είναι σίγουρος για τίποτα αφού ακόμα και το φως ή ο ήχος δεν είναι παρά ψευδαισθήσεις.

Το διήγημα κυκλοφόρησε αρχικά κατά τη δεκαετία του ‘70 στη χώρα μας ενταγμένο σε μία συλλογή με διηγήματα του Μωπασσάν από τις εκδόσεις Δωδώνη με γενικότερο τίτλο «Ο πανικός». Η έκδοση που διάβασα εγώ είναι η σύγχρονη μετάφραση του Βασίλη Πουλάκου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ροές στην (αγαπημένη) σειρά Micromega. Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι το σημαντικό αυτό διήγημα του Μωπασάν γυρίστηκε σε ταινία το 1966, το 1989 αλλά και πρόσφατα (σχετικά) το 2009.

, μεταφράστρια