Μετά φόβου, πίστεως κι αγάπης

Τίνα Σπυράτου

Γυρνάω σπίτι, βγάζω τα παπούτσια μου στην πόρτα μια και δεν το συνήθιζα, πλένω τα χέρια μου, αφού τα έχω περάσει δεκάδες φορές με αντισηπτικά και οινόπνευμα στη δουλειά, ο γάτος τρέχει για να τον χαϊδέψω, το σκέφτομαι για λίγο όμως πριν, έπειτα, αφού τον χαϊδέψω, ξαναπλένω τα χέρια μου, βλέπω την κόρη μου, τρέχει καταπάνω μου, της λέω “μη με φιλάς, σε παρακαλώ, μωρό μου”, εκείνη δυσανασχετεί “τα χέρια σου τα έπλυνες;” φωνάζω στον γιο μου, που μόλις ήρθε απ’ την προπόνηση.

Μπαίνω σπίτι, νιώθοντας μια πρωτόγνωρη ανακούφιση, σαν να πέφτουν βόμβες και να χώνομαι στο καταφύγιο, κλείνω τα παράθυρα που τα έχω τέντα (έτσι κι αλλιώς τα έχω πάντα τέντα) και ανάβω το καλοριφέρ.

Έπειτα όλα κυλούν στους καθημερινούς ρουτινιάρικους ρυθμούς, που πολλές πολλές φορές, με κούραζαν και σκεφτόμουν πως δεν γεννήθηκα μόνο για να δουλεύω και να καθαρίζω φασολάκια, αλλά να σαρώσω τη ζωή, να χορεύω και να κυλιέμαι στα χαλιά φιλώντας τα παιδιά μου, που διαμαρτύρονταν (μας έσκασες ρε μαμά) και να αγκαλιάζω όσους αγαπώ.

Έγραφα και ξεφώνιζα μανιφέστα για την ατομική ελευθερία και αυτοδιάθεση και αντιδρούσα σε κάθε εντολή (άσχετα, που, όπως εσείς έτσι κι εγώ ακολουθούσα δεκάδες», γιατί τι να κάνουμε, κελαηδούσαν στα αυτιά μας οι κήρυκες «έτσι είναι η ενήλικη ζωή».

Και τώρα σε εθελούσια παραχώρηση, κάθομαι κι ακούω με προσοχή «εντολές» και δόγματα, βλέπω ειδήσεις που τις απεχθανόμουν, μπας κι ακούσω κάτι αισιόδοξο, αλλά κατά βάθος είμαι προετοιμασμένη για το χειρότερο, ξορκίζω το φόβο του “αγνώστου εχθρού” με λουκούλλεια γεύματα, γεμάτα αγάπη, τηλέφωνα σε φίλους που είναι μακρυά, τόνους betadine και τραγουδάκια γεμάτα φως.

Και τότε αναδύεται απ’ την επιφάνεια του δέρματος μου και των γυαλιστερών πατωμάτων, που διπλοσφουγγαρίζω με χλωρίνη, εγώ η χίπισσα νέα, αλλοτινών χρόνων, ο φόβος και με κυκλώνει κι όχι μόνο με περικυκλώνει, αλλά με νικά.

Ο φόβος για τι όμως; Έκανα τόσα στη ζωή και να με φάει μπαμπέσικα ένα σαμιαμίδι;

Ναι αλλά κυρίως η παγερή αίσθηση πως παύει η μορφή του «ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ανθρώπου», όπως την ξέραμε.

Φόβος.

Ο πιο ύπουλος κι ανάξιος αντίπαλος.

Οι γονείς μας, τα παιδιά μας, οι σύντροφοι μας, τα αδέλφια μας, οι φίλοι μας, οι γονείς των φίλων μας, οι συγγενείς μας, τα ανίψια μας, οι ήδη καταβεβλημένοι οργανισμοί ανθρώπων που αγαπάμε;

Πως να προφυλάξεις όσους αγαπάς. Όχι, δεν μπορείς να τους προφυλάξεις.

Κανείς δεν μπορεί να σου εγγυηθεί τίποτα και αυτό, τελικά και καθόλου αυθαίρετα. ‘Ίσχυε πάντα, αλλά είχαμε καρφιτσώσει στο ψυγείο μας ποστ ιτ, γεμάτα εγγυητικές ζωής.

Είμαστε χαζοί, αλλά τουλάχιστον ανθρώπινοι.

Είμαστε μικροί θεοί γεμάτοι δαίμονες που νικήσαμε κατόπιν εορτής, όμως.

Είμαστε γεμάτοι πίστη για τη ζωή μας, αλλά όχι για τη ζωή την ίδια, σαν δώρο και διδαχή.

Κι εκεί, που ο φόβος όλο και νικά, όλο και συννεφιάζει, όλο και διχάζει, όλο και προχωρά, μας κοιτάω όλους κατάματα, πρώτη φορά όλους μαζί στην ίδια μεριά του δρόμου, εμάς τους μικρούς, λαχταριστούς και ζαλισμένους από φιλιά κι άδοξα όνειρα ανθρώπους, να ξαπλώνουμε στα καθαρά μας σεντόνια και για πρώτη φορά, να μετράμε δόξα.

Ούτε λογαριασμούς, ούτε πίκρες, ούτε χωρισμούς, ούτε ανοησίες.

Να κλείνουμε τα μάτια και να σκεφτόμαστε πόση αγάπη μας χαρίστηκε, πήραμε, δώσαμε, ανταλλάξαμε, ακόμη κι αυτή που προδώσουμε, αγάπες γεμάτες, αγάπες μισές, αγάπες φευγάτες, αγάπες με λυπημένο τέλος, αγάπες αιώνιες, αγάπες συγκλονιστικές, αγάπες χορτάτες.

Και τότε δεν φοβόμαστε μήπως και να πεθάνουμε, τόσο πολύ, μα, μήπως και δεν προλάβουμε να ζήσουμε, για να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε ακόμη περισσότερο.