«Γυναίκες ημών κι υμετέρων»

«Γυναίκες ημών κι υμετέρων»

Σκέφτομαι τις γυναίκες. Τις αγαπώ. Με πάθος. Με πίστη. Με λουλούδια, καρφιτσωμένα στα λευκά και κόκκινα τους μαλλιά. Τις νιώθω.Τις πονάω. Τις μοσχοβολάω. Μπορώ να τις ακούω από μακρυά, όταν ψιθυρίζουν νανουρίσματα, ερωτικούς στίχους, θρήνους και ύμνους.

Τι να πω για εκείνες όμως που να τους αξίζει, που να τις χαϊδέψει, που να τις ταρακουνήσει, που να τις θυμίσει, που να τις ανακουφίσει. Για εκείνες, που ζουν σε κακόφημους δρόμους, κακόφημους κόσμους, στα σύνορα μ ένα μωρό στην αγκαλιά να σπαράζει, σ ένα φορτηγό στριμωγμένες, για να γίνουν εμπόρευμα και να χάσουν τιμή, περηφάνια και να στεγνώσουν τα κορμιά τους, τις γυναίκες της κουζίνας, των οκταώρων, τις βαρετές διαδρομές τους απ’ το σπίτι στο σούπερ μάρκετ, εκείνες που τις ακρωτηρίασαν, τα βιασμένα κορίτσια που βιάζονται ξανά και ξανά στο δωμάτιο τους με τα σβησμένα φώτα, τις αβάσταχτες ώρες που ένα παιδί κλαίει επειδή πεινά και δεν έχουν άλλο γάλα στο βυζί τους, για εκείνες που ζουν, εντοιχισμένες σ’ εμπόλεμες ζώνες χωρίς ελπίδα, χωρίς όνομα, χωρίς αύριο.

Βαρύ το διάβα του κόσμου, σα γεννιέσαι γυναίκα. Βαρύ, γιατί δεν έχει αντίβαρο. Σκέφτομαι τις γυναίκες και τις «άχαρες ζωές» τους και αναρωτιέμαι αν ήταν πάντα έτσι. Κι όμως ξεκίνησαν αλλιώς, γεμάτες περηφάνια, μ’ αναμμένους όλους τους προβολείς τους στη μεγάλη σκάλα, για να τσακώσουν τη ζωή απ τα μαλλιά να την ρουφήξουν, να την αγαπήσουν, ν’ αγαπήσουν και ν’ αγαπηθούν, να σπουδάσουν αν θέλουν, όχι πάλι αν δεν θέλουν. Οι δρόμοι ήταν όλοι θεόρατοι και ανοιχτοί γι αυτές, να ταξιδέψουν, να κολυμπήσουν γυμνές στις παγωμένες θάλασσες της οικουμένης, να περπατήσουν σ’ άγνωστα δάση ξυπόλητες, να νιώσουν τον ίλιγγο του δραπέτη, να περάσουν στην απέναντι όχθη, να πιάσουν φωτιά όλα τα σβησμένα κάρβουνα μπρος στα χέρια τους και να τα κάνουν όλα σκόνη. Σκέφτομαι τις γυναίκες τις ώρες που αναστενάζουν, την ώρα που κλαίνε βουβά, την ώρα που πλένουν τα πιάτα στον νεροχύτη τους, τις «λευκές νύχτες» σε συζυγικά κρεβάτια, που σχεδιάζουν κάποιο δαιμονικό φάλτσο για να ανατρέψουν την μοίρα τους, που κάποτε πίστεψαν πως ήταν γεννημένες για να γίνουν στιχάκια σε ποιήματα του Καρούζου και του Καββαδία, που στέκονται μπρος στον καθρέφτη τους γυμνές και χαρτογραφώντας το «αφανές» κορμί τους, αναρωτιούνται που πήγε εκείνο το κοριτσάκι με τα ροδαλά μάγουλα και τα σπινθηροβόλα μάτια, που δεν κοιμόταν ποτέ και δεν φοβόταν ούτε τον θάνατο, μα ούτε και τη ζωή.

Σκέφτομαι τις γυναίκες που τα κατάφεραν. Που πήδηξαν όλα τα εμπόδια του σκοτεινού και φαινομενικά ελεύθερου κόσμου, που πήδηξαν κι αυτούς που τους τα έβαλαν, που δεν άφησαν κανέναν να τους βάλει χαλινάρι, που ξαναέχτισαν τα εσαεί ετοιμόρροπα χαλάσματα του κόσμου, που ξετίναξαν με τα μακρυά μαλλιά τους, τη σκόνη και την ομίχλη, για να απολαύσουν τον ορίζοντα, που εκτόπισαν άρχοντες, θεούς και ηγέτες, που πέταξαν αεροπλάνα, που γιάτρεψαν, που πείσμωσαν, που αφόπλισαν, που έβγαλαν τη γλώσσα και δεν ξεπουλήθηκαν ποτέ, που δεν σιδέρωσαν ούτε μια πιέτα, που πήραν στην ζωή στ’ αστεία για να τη αντιμετωπίσουν στα ίσα και στα σοβαρά, που έγιναν ιέρειες χωρίς να αποζητούν προσκυνητές, που πότισαν τη γη με το αίμα τους, μιαν άνοιξη, ένα χειμώνα, ένα φθινόπωρο, για να μπορώ εγώ, η απόγονός τους κι εσύ, απόγονός τους, σήμερα, να μπορούμε να επιλέξουμε το ύψος που θα σταθούμε απέναντι στον φασίστα, στον κρετίνο, στο αφεντικό, στο μαστροπό, στον τύραννο, στον σύζυγο που μας κακοποιεί και να τον φτύσουμε στα μούτρα. Και τέλος, σκέφτομαι κι εκείνες που δεν χρειάστηκε ούτε να φτύσουν, ούτε να προσκυνήσουν. Απλές, τρυφερές, γαλήνιες, πηγαίες, ποιήτριες, πολεμίστριες, παράνομες, άνομες, άπιαστες, οι μάνες μας, οι κόρες μας, οι αδελφές μας, οι φίλες μας, οι γυναίκες της ζωής μας, που μας μίλησαν ένα ξημέρωμα, πως ο κόσμος μπορεί να χωρά εμάς και τους άλλους.

Δόξασαν τον έρωτα, τον ύμνησαν, έγραψαν τραγούδια, τον χόρεψαν, τον φύτεψαν, τον δέχτηκαν λεύτερα κι ειρηνικά, τον σκόρπισαν προς τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και μας τον κληρονόμησαν. Και μάθαμε κι εμείς, πως μ’ αυτόν τον τρόπο η ζωή αντέχει να ζει.

Από γυναίκα σε γυναίκα.

Τίνα Σπυράτου