COVID-19 και η Δημοκρατία της Πειθούς (Ηρώ Καλλιγά)

Δεν γίνεται να αντιμετωπίζεται η κρίση με όρους life-style προπαγάνδας και τρομοκρατίας, βρε αδελφέ. Όχι. Ή μάλλον, γίνεται. Γιατί είναι ακριβώς αυτό που συμβαίνει. Και γιατί συμβαίνει; Γιατί μπορούν.

Γιατί υποτασσόμαστε στην ταπεινοφροσύνη και τη μετριοπάθεια κάθε κυρίου Τσιόδρα (ο οποίος πράγματι μοιάζει συμπαθής), και τα αιτήματά μας για μια ισορροπημένη και με κοινωνικό πρόσημο αντιμετώπιση τόσο της πανδημίας όσο και της συνεπαγόμενης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, εξαντλούνται σε μία υπόσχεση προστασίας και ασφάλειας αρκεί να είναι πειστική (εντάξει, δεν είναι απλώς υπόσχεση, η αστυνομία έχει αυξημένες αρμοδιότητες και κάτι πήρε το αυτί μου και για στρατό…).

Γιατί μας είπαν ότι είναι ατομική η ευθύνη. Και την αναλάβαμε. Και κλειστήκαμε. Και κάποιοι μαθαίνουν να περνούν καλά υπό αυτές τις συνθήκες. Και όλοι θα μάθουμε να ζούμε με λιγότερα, όπως μας προετοίμασαν (ίσως, βέβαια, τότε να μην περνάμε τόσο καλά, ε;). Όμως, μη μπερδευόμαστε. Είναι ένα πράγμα η προσπάθεια περιορισμού της εξάπλωσης και είναι άλλο πράγμα η μετάθεση όλης της ευθύνης στον πολίτη.

Κι όταν σε κλείνουν σε κλουβί, κάποια στιγμή θα αρχίσεις να συμπεριφέρεσαι σαν κτήνος. Το είδαμε κι αυτό. Είδαμε σε εφαρμογή το διαστρεβλωμένο ένστικτο επιβίωσης που αδειάζει τα ράφια. Κυρίως είδαμε το αντανακλαστικό που αρμόζει μόνο σε αρπακτικά χωρίς πραγματική εξουσία: Η λοιδορία και ο στιγματισμός. Σπεύδουμε να δείξουμε με το δάχτυλο τον υπεύθυνο, και επειδή το πιο εύκολο θύμα είναι ο διπλανός (δεν αντιλέγω πως μπορεί να έχει μερίδιο ευθύνης) ριχνόμαστε με μένος στο τερέν της βολικής απόδοσης ευθύνης. Όπως μας τη σερβίρανε, έτσι την κερνάμε κι εμείς. (Ξέρεις πόσο βολεύει αυτό ; )

Και στο τέλος, το θηρίο πεινασμένο, θα δεχτεί ένα ξεροκόμματο για να κάνει ότι ζει. Γιατί η «αυτοθυσία» των πολιτικών μας που γενναιόδωρα χάρισαν μέρος του «ταπεινού» μισθού τους, μας αποστομώνει. Γιατί σπεύδουμε να τη χαιρετίσουμε ως πράξη μεγαλοψυχίας και αυτοθυσίας από ανθρώπους που ποτέ δεν τους έτυχε να πιάσουν το μολύβι και το χαρτί για να δουν πώς διάολο θα βγει η ΔΕΗ αυτόν τον μήνα. Που βλέπουν μόνο το σύνολο του ποσού αν αθροίσεις τα 800 ευρώ του καθενός μας, χωρίς να μπορούν να διανοηθούν πώς εξαργυρώνεται στην καθημερινότητα του καθενός μας αυτό το ποσό (το οποίο σημειωτέον, είναι για 1,5 και όχι για έναν μήνα. Μη μπερδευόμαστε).

Θύματα του εργασιακού μεσαίωνα στην Ελλάδα οι γιατροί και όλοι εμείς, η γενιά των 600 ευρώ–γενιά όλων των ηλικιών-, και κάθε λογής άνεργος μαζί. Αλλά ΟΛΟΙ εμείς είμαστε θύματα μόνο με την μεταφορική έννοια. Ας πάμε λοιπόν στις κυριολεξίες: Η 40χρονη από την Καστοριά δεν πέθανε μόνη, όπως οι περισσότεροι στα νοσοκομεία, αλλά πέθανε άδικα, καθώς φαίνεται. Το τραγικότερο είναι πως άδικα θα κουβαλάει τύψεις εφ’όρου ζωής, ο ανειδίκευτος υπάλληλος της call center που υπάκουσε τις εντολές ενός αλγόριθμου. Η 40χρονη στην Καστοριά, πέθανε από αλγόριθμο. Ο κατάλογος με τις κυριολεξίες δεν τελείωσε. Μάλλον θα αβγατίσει. Και όσο θα μεγαλώνει η λίστα, τόσο θα γινόμαστε εμείς ολοένα και πιο μεταφορικοί.

Η life-style προσέγγιση της κρίσης είναι εδώ και θριαμβεύει, χυδαιολογώντας και προσβάλλοντας τη νοημοσύνη μας, το ηθικό μας ανάστημα και κυρίως την αισθητική μας προσέγγιση απέναντι στη ζωή (άλλη κουβέντα αυτή που δε χωράει στο παρόν άρθρο).

Όχι, η ζωή δεν πρέπει να χωράει μέσα στα επικοινωνιακά παιχνίδια, ούτε να βαυκαλίζεται πίσω από τις φρούδες εγγυήσεις σταθερότητας και ελέγχου, ούτε να υποτάσσεται στον έντεχνο χλευασμό της νοημοσύνης μας, να στρουθοκαμηλίζει απέναντι στην αντιμετώπισή μας ως ανθρώπων δεύτερης κατηγορίας. Η ζωή πρέπει να κοχλάζει, να φουσκώνει, να υπερχειλίζει και στο τέλος να εκρήγνυται όταν στενεύουν την ποιότητά της και θαμπώνουν την λάμψη του μεγαλείου της.