Ανήκουμε (να μην) στη δύση μας.

Ανήκουμε (να μην) στη δύση μας.

Όσα η Ιστορία με αξιοπρέπεια και λεβεντιά μας κοινώνησε και μας παιδαγώγησε φυσώντας κόντρα όποτε χρειάστηκε, άλλα τόσα σκορπίζονται και μάλιστα τεμαχισμένα και ανυπόληπτα στις θύελλες που έσπειραν υπογραφές, ανοχές και συνέργειες, πολύ πρόθυμες και ενίοτε ακόμη και δοτικές.

Συνηθίζεται στις ιστορικές επετείους, όπως αυτή των 156 χρόνων από τον αγώνα των Ριζοσπαστών και την Ένωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, να εκφωνούνται στους επίσημους “πανηγυρικούς” και στα ευχετήρια μηνύματα, λόγια μεγάλης συμβολικής σημασίας για τα ιδεώδη που ώθησαν τον λαό μας στις μεγάλες κατακτήσεις του, αλλά και στις παρακαταθήκες της ιστορίας και των αγώνων του στο σήμερα.

Και επιμένει ένα πολύ συγκεκριμένο πολιτικό προσωπικό, πίσω από την θεσμική κατοχύρωση αξιωμάτων που δόθηκαν από τον λαό ( με τον τρόπο που κάθε φορά δίνονται), όχι όμως τις περισσότερες φορές και προς το συμφέρον του, να επιχειρεί να γοητεύσει με συναισθηματικές μάλιστα κορυφώσεις και εξάρσεις ένα αρκετά πιο διευρυμένο “επετειακό” ακροατήριο. Διατυπώνοντας με έπαρση μεγαλειώδη επιχειρήματα και συμπεράσματα, που όμως απέχουν αρκετές δεκαετίες για να μην πούμε αιώνες με όσα η σύγχρονη συγκυρία και η τρέχουσα κοινωνική και πολιτική κατάσταση “επιφυλάσσει” για τον εαυτό της, τη χώρα και τον ίδιο τον λαό μας.

Ως προς τι, λοιπόν, η απόκρυψη ενός ολόκληρου φάσματος πραγματικών διαστάσεων και η εμμονή σε ξεχασμένα ή παραπεταμένα μεγαλεία, που όσο κι αν συμφωνούμε πως επιβάλλεται για πολλούς λόγους η υπόμνηση και η τίμηση τους, επιμένουν… κάποιοι ή… κάποιες να “αποκόβουν” από την σημερινή πολυεπίπεδη, δομική, βαθιά και αρκετά εκτεταμένη κρίση; Μήπως για να διαφύγουν από μια ενοχική και καταλυτική ομολογία ότι η κατάθεση ανθισμένων στεφανιών για να δοξαστούν κατά παραγγελία οι μεγάλες μας στιγμές, μόνο (ή τουλάχιστον) ως υποκρισία μπορεί να εκληφθεί, σε έναν τόπο, μια χώρα, μια κοινωνία που μαραίνεται μέρα με την ημέρα, χρόνο με τον χρόνο;

Όσο κι αν δοξάστηκε για ακόμη μια φορά ή δοξάζεται η Ένωση, εν προκειμένω, των νησιών μας με την Ελλάδα από το κυρίαρχο πολιτικό και θεσμικό προσωπικό των Επτανήσων σε κάθε επίπεδο, εντελώς άδοξα οι τόποι αυτοί που ποτίστηκαν στο πέρασμα του χρόνου με το αίμα τόσων και τόσων αγωνιστών και τόσο σημαντικών αξιών και ιδεών, οδηγήθηκαν και οδηγούνται στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Κι όσα η Ιστορία με αξιοπρέπεια και λεβεντιά μας κοινώνησε και μας παιδαγώγησε φυσώντας κόντρα όποτε χρειάστηκε, άλλα τόσα σκορπίζονται και μάλιστα τεμαχισμένα και ανυπόληπτα στις θύελλες που έσπειραν υπογραφές, ανοχές και συνέργειες, πολύ πρόθυμες και ενίοτε ακόμη και δοτικές.

Και μπορεί ένα ολόκληρο σύνολο ριζοσπαστικών αιτημάτων, κοινωνικών οραμάτων, αξιών και ιδεών να ματαιώθηκαν πολύ πρόωρα ή εξ αρχής, μπορεί η σφραγίδα του πολέμου ή των φυσικών καταστροφών να περιόρισαν την δυναμική των κοινωνιών μας, στερώντας τους την φρεσκάδα γενεών που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους, μπορεί η κύρια πολιτική επιλογή μας να μην αμφισβήτησε ένα πολύ συγκεκριμένο αστικό σύστημα έμμεσης αντιπροσώπευσης και απευθείας ανάθεσης, ποτέ όμως μέχρι σήμερα δεν απειλήθηκαν οι τοπικές κοινωνίες και τα νησιά μας από μια τόσο… ιδιότυπη (και καλυμμένη) διευρυμένη και εχθρική απειλή.

Όσο κι αν είναι δυσάρεστο, απογοητευτικό, στερεότυπο ή κουραστικά επαναλαμβανόμενο, η… τραχιά και δύσοσμη πραγματικότητα που τόσο επικίνδυνα πλησιάζει, δεν μπορεί να κρυφτεί, ούτε να συγκαλυφθεί. Ακόμη κι αν σκεπαστεί από τόνους δαφνοστολισμένων στεφανιών. Γιατί πρώτη φορά με αυτόν τον τρόπο, με αυτές τις… θεσμικές διαδικασίες, με έναν εχθρό που δεν φορά μπότα στρατιωτική αλλά ακριβό παπούτσι… επενδυτή από το 1864 όπου και η Ένωσή μας με την Ελλάδα, τίθενται στο κρεβάτι του Προκρούστη οι στενοί δεσμοί μας με τον ίδιο τον τόπο μας, τον πλούτο του, την ομορφιά του. Πόσο μάλλον με την ίδια την Ιστορία του. Και δεν είναι καθόλου, μα καθόλου, υπερβολή…

Κι έρχεται με μεγάλη πιθανότητα, μόλις σε λίγα χρόνια, ορατή και απολύτως ρεαλιστική η εικόνα μιας 21ης Μαΐου που θα γιορτάζεται με τιμή, σε τόπους που θα έχουν ατιμαστεί από τον τεμαχισμό και την λεηλασία των συμφερόντων που δεν θα αφήσουν σπιθαμή γης, αμμουδιάς και κύματος που να μην έχουν εκπονήσει κάποιον… επιτελικό και επικερδή μόνο για τους ίδιους, σχεδιασμό. Με τους τόπους μας να ζουν αιχμάλωτοι σε φαραωνικά Αιολικά πάρκα, σε τεράστιες εγκαταστάσεις θαλάσσιων εξορύξεων, σε κυκλωτικές υδατοκαλλιέργειες τριγύρω από τα νησιά μας, σε μονάδες τουριστικών εκτρωμάτων πάνω σε τοπία που θα έχουν αποψιλωθεί για να φουντώσει το κατάμαυρο χρήμα τους.

Κι όλα αυτά, με μια τοπική αυτοδιοίκηση εξαερωμένη να σέρνεται πίσω από την κρατικό δεσποτισμό κι ένα πολιτικό σύστημα συνέχεια του σημερινού ενδοτικού “αλαλούμ” που όταν δεν θα καταθέτει στεφάνια ή δεν θα εξαντλείται σε επετειακές διακηρύξεις, θα αναλώνεται σε συνεδριάσεις για την διάσωση π.χ του τουριστικού προϊόντος και από την άλλη θα θεσπίζει ευνοϊκούς “αναπτυξιακούς” κανόνες για την καταστροφή του.

Πίσω από αυτά, αν δεν σηκωθούμε ξανά πάνω και μπροστά από τα φλύαρα λόγια των κάθε φορά “επισήμων”, οι ακτίνες ενός μαγιάτικου… ήλιου δεν θα μπορέσουν ποτέ ξανά να δώσουν χαρά και τύχη, ελπίδα και προοπτική σε τόπους και ανθρώπους που έμαθαν να επιβιώνουν από την …λάμψη του. Και τότε, καμιά επέτειος δεν θα ναι ξανά η ίδια. Γιατί ο μόνος τόπος που θα χει απομείνει για να μας ανήκει και να του ανήκουμε θα είναι μόνο η ίδια μας η δύση. Κι αυτό πρέπει και οφείλουμε, να μην αφήσουμε να συμβεί.