Δεν έγινα η μαμά των ονείρων μου

Δεν έγινα η μαμά των ονείρων μου

Σου μέτρησα τα δαχτυλάκια, όταν σε πρωτοείδα. Παράξενο, θα μου πεις, αλλά ήταν το πρώτο πράγμα που έκανα, μόλις σε κράτησα, για πρώτη φορά στην αγκαλιά μου, εκείνη την πρώτη μας φορά, θυμάσαι;

Όχι δεν θυμάσαι, πως θα μπορούσες, ήσουν μια σταλιά, ένα φαλακρό χοντρό μπιζέλι. Τα θυμάμαι όλα εγώ όμως και αρκεί, προς ώρας. Σου έντυσα το σπίτι μας, με σημαιοστολισμούς, γιρλάντες και μπαλόνια, που δεν χωρούσαν, έσκιζαν το ταβάνι, άνοιξαν τις μπαλκονόπορτες και ξεχύθηκαν στους ουρανούς και στα άστρα.

Χρωμάτισα όλες τις γωνιές του κόσμου με σατινέ και ακρυλικά πορφυρά χρώματα για να μη σε τρομάζουν οι σκιές και φοβηθείς τη ζωή. Ζωγράφισα στους τοίχους χελιδόνια, ήλιους μεγάλους. μικρούς, πορτοκαλοκόκκινους, κατακόκκινους, τριανταφυλλιές, γέμισα το σπίτι σοκολάτες, καραμέλες και γλυκά του κουταλιού, σου έφερα θάλασσες γαλάζιες και μικρές βαρκούλες να τις μετράς, να σε νανουρίζουν τις ώρες που γαληνεύεις, να ονειρευτείς ταξίδια, ξόρκια και παγωτά με σιρόπι βύσσινο. Κι εσύ μου μάθαινες τον κόσμο απ την αρχή, το πιστεύεις;δεν τον είχα ξαναδεί έτσι. Μαλακό, αποκαμωμένο από ευτυχία και ειρήνη, με ξανθές μικρές μπούκλες, μυρωδιά από φρούτα του δάσους, από ταλκ ανακατεμένο με τη μυρωδιά απ τα μανό μου, ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτή την τόσο, δική μας οσμή. Mανό κατακόκκινο και πούδρα μωρουδίστικη. Και εσύ την θυμάσαι κι ας μη μου το λες, αλλά κάθε φορά που βάφω τα νύχια μου πια, ψιθυρίζεις “τι γαμάτη μυρωδιά”. Και στριφογύριζες σαν τον άνεμο και δεν σε προλάβαινα και σου τραγουδουσα, θέε μου, πόσα τραγούδια σου είπα, χορεύαμε αγκαλια στο σαλόνι, θυμάσαι; Kαι γελούσες, όλο γελούσες, κακάριζες και γελούσα κι εγώ, κι ήμουν τόσο νέα, σχεδόν γίναμε συνομήλικοι, εγώ μεγάλωνα για σένα και ξαφνικά είπες κάτι, μια λέξη, μιαν ανάσα, μια κραυγούλα, μου μίλησες, νόμιζες πως δεν σε κατάλαβα, όλα τα καταλάβαινα, αλλά δεν ήξερα να τα εξηγώ. Πόσα λίγα ήξερα. Και μεγάλωνες τόσο γρήγορα και εγώ γινόμουν μικρή κι έτρεχα από πίσω σου να σε προλάβω και φοβόμουν κι ας στο έκρυβα περίτεχνα μπας και καταλάβεις πόσο αδύναμη είμαι εμπρός σου, κι έτρεμα μη πονέσεις, μη πέσεις, μην αρρωστησεις, μη σε πάρει κανείς, γιατί αργείς να μιλήσεις, γιατί πονά το κεφάλι σου, έπεσε ο πυρετός; Γιατί δεν παίρνεις ύψος, γαμώ τις καμπύλες, γαμώ, πως θα σ αφήσω μόνο να πάω στη δουλειά, όχι δε θέλω, μην κάνουμε μπάνιο στη θάλασσα μεσημέρι, βάλε αντηλιακό, ήπιες το πορτοκάλι σου, έπλυνες τα χέρια σου, έβαλες ζακέτα, θα κρυώσεις, ποιο παραμύθι να διαβάσουμε απόψε; Κι έπειτα, πήγες σχολείο και άφησες το χέρι μου, απαλά και δεν έκλαψες, όπως τα άλλα παιδάκια, απλά πήγες κι εγώ μετρούσα πάλι τα δαχτυλάκι, όπως τότε, που σε πρωτοαντίκρυσα… Φοβόμουν, να ξέρεις, μήπως σε πειράζει κανείς, σε κοροϊδέψει, σε πικράνει. μα δε στο είπα, σου είπα μόνο να προσέχεις κι ό,τι και να συμβεί, να θυμάσαι πως μπορείς να μου λες τα πάντα κι εγώ θα ακούω τα πάντα. Μια μέρα σε είδα να κάνεις ποδήλατο χωρίς να χρησιμοποιείς τις βοηθητικές. μια μέρα είπες πως θες να πας μόνος ως το περίπτερο. Και μεγάλωνες κι εγώ όλο και πιο μικρή γινόμουν και κουραζόμουν πια κι ήθελα να πιω έναν καφέ μόνη κι ήθελα πάρω μαθήματα χορού και βαριόμουν τα μαθηματικά, τα Αγγλικά και τα παιδικά πάρτι, αλλά δε στο είπα. Ψέματα όμως δε σου είπα ποτέ, να μονάχα, καμιά φορά, αυτά τα πολύ δικά μου μέσα μου, αυτά που οι ενήλικες καταπίνουν είτε αναγκαστικά, είτε κατά συνθήκη, είτε από δειλία. Δεν ήθελα να έχω μυστικά από σένα, αλλά ήθελα να ανοίξεις τα φτερά σου, που τα γυάλιζα κρυφά όταν κοιμόσουν για να τα βρεις το πρωί στην εντέλεια, να πετάξεις, χωρίς το βάρος των αγωνιών μου, των λαθών και των χαμένων μου ονείρων. Δεν έγινα ποτέ η μαμά των διαφημίσεων, ούτε ένα παστίτσιο της προκοπής δεν έμαθα να φτιάχνω, μη γελάς, ξέρω έφτιαχνα τόσα άλλα, πόσα λάθη εκανα, ήμουν κι εγωίστρια, ξεροκέφαλη, δεν σηκωνόμουν πάντα χαρούμενη τα πρωινά, δε σου πήρα εκείνο το παιχνίδι που ήθελες, ξέχασα να σου αγοράσω το τετράδιο που ήθελες για το απόγευμα στο φροντιστήριο, δεν κράτησα όλες μου τις υποσχέσεις, σε μάλωσα γιατί έσπασες τα γυαλιά μου, δεν έπαιζα μαζί σου κάθε φορά που μου το ζητούσες. Σε μάλωνα για το σχολείο, μάθε άλλη μια γλώσσα, όχι δεν θα βγεις τόσο αργά, τέλος κινητό και τηλεόραση”. Μια μέρα είπες πως δεν σε καταλαβαίνω κι έκλεισες τη πόρτα του δωματίου σου με δύναμη και με άφησες απ έξω.. Το είχα πει κι εγώ στη μάνα μου να ξέρεις, πως δεν με καταλαβαίνει.. Δεν σου είπα τίποτα κι ήθελα τόσα να σου πω. Έφυγες, ήρθες, ξανάφυγες, ταξίδεψες, σπούδασες, σάρωσες, γονάρισες, πόνεσες, αρρώστησες, γιατρεύτηκες, ερωτεύτηκες παράφορα(θυμάσαι τι σου λέγα για τον έρωτα κι όλο σε εκνεύριζα, όχι πες μου, τι είναι ανώτερο από τούτον, καλά δεν στα έλεγα;). Προδόθηκες, απέτυχες, πέτυχες… τι σημασία άραγε να έχει; Ευτυχισμένος νά  ‘γίνες μέ ‘νοιαζε μόνο. Στο έλεγα τις νύχτες στο προσκέφαλο σου “θέλω να είσαι ευτυχισμένος” “τι είναι ευτυχία, μαμά” έλεγες με τη αθωότητα των παιδιών που είναι απέραντη και με ρωτούσες “εσύ είσαι ευτυχισμένη μαμακα;” “άμα σε κοιτάω να γελάς και να πετάς”, είμαι η πιο ευτυχισμένη γυναίκα του κόσμου κι αποκοιμιόμουν. Κι εγώ πήγαινα στο σαλόνι και μάζευα παιχνίδια, παπούτσια, ρούχα απ’ το πάτωμα και τις καρέκλες, έπλενα τα πιάτα, έκανα ένα τσιγάρο και σκεφτόμουν να σου γράψω ένα γράμμα να σου πω ευχαριστώ γιατί όσα ένιωσα δεν ήξερα πως μπορεί κάποιος να τα νιώσει κι ας θέλω να κοιμηθώ δυο μερόνυχτα, να πάω διακοπές, να αλλάξω δουλειά, να πιω, να ερωτευτώ ξανά. Κι ελπίζω βαθιά μέσα μου, όταν όλες οι πόρτες κλείσουν για σένα και νομίζεις πως χάθηκαν όλα και πιάσεις πάτο (θεέ μου, να μη πιάσει πάτο), να ζωγραφίσεις ήλιους πορτοκαλοχρυσαφενιοκόκκινους, στους καθαρούς τοίχους του σπιτιού σου, ήλιους και τριανταφυλλιές και βαρκούλες και να μπεις μέσα να σαλπάρεις για νέα ταξίδια. Θυμάσαι ρε, είχαμε ταξιδέψει με χιονοθύελλες είχαμε πάει στο διάστημα, είχαμε πατήσει το Έβερεστ κι εγώ έκανα πως φοβόμουν κι εσύ μού ‘λεγες “υπαρχηγέ μη φοβάσαι, εγώ είμαι εδώ” εδώ, είναι τα πάντα, να το θυμάσαι και να ζήσεις ελεύθερα, μάχιμα κι ειρηνικά χρόνια. Η μαμά.