Οι εξετάσεις ως μηχανισμοί κοινωνικής επιλογής, η «αριστεία» και ο ρόλος των εκπαιδευτικών (Γιώργος Καββαδίας)

Οι εξετάσεις ως μηχανισμοί κοινωνικής επιλογής, η «αριστεία» και ο ρόλος των εκπαιδευτικών (Γιώργος Καββαδίας)

«Οι εξετάσεις μοιάζουν με τους ιστούς της αράχνης.

Συγκρατούν τους κοινωνικά αδύνατους και

αφήνουν τους δυνατούς να περνούν».

Περίπου 100 χιλιάδες υποψήφιοι από τη Δευτέρα μπαίνουν στην τελική ευθεία του εξεταστικού Μαραθώνιου, ενώ χιλιάδες από όσους ξεκινούν από την αφετηρία της Α’ Δημοτικού έχουν βγει έξω από την αρένα των εξετάσεων, εγκαταλείποντας σε κάποια φάση το σχολείο.

Ασφαλώς και δεν είναι τα θέματα των εξετάσεων εύκολα ή δύσκολα, … θεία ή διαβολικά που καθορίζουν τον ρόλο των εξετάσεων και του σχολείου. Πίσω από μια τέτοια συζήτηση κρύβονται οι μύθοι των «ίσων ευκαιριών» και του «αδιάβλητου» των εξετάσεων. Οι εξετάσεις αποτελούν τον ορατό μηχανισμό της επιλεκτικής- απορριπτικής λειτουργίας του σχολείου. Πέρα από τον μαζικό αποκλεισμό των υποψηφίων, κυρίως από τις ασθενέστερες τάξεις και στρώματα και τις απομακρυσμένες περιοχές της χώρας, οι εξετάσεις επιβάλλουν έναν ολοκληρωτικό έλεγχο στην εκπαιδευτική διαδικασία από το Δημοτικό. Οι εξετάσεις γίνονται εργαλεία που μετατρέπουν τη διαδικασία της μόρφωσης σε εξάσκηση για το κυνήγι «χρήσιμων γνώσεων» που αποφέρουν βαθμούς. Σημασία έχει η παροχή «συνταγών επιτυχίας» για τη συλλογή μορίων. Οι μαθητές «μαθαίνουν» τις σχολικές γνώσεις, αρκετοί περνούν με επιτυχία τις εξετάσεις, αλλά δεν μπορούν να συνδέσουν τις επιμέρους γνώσεις από τα διάφορα μαθήματα προκειμένου να ερμηνεύσουν τον κόσμο στον οποίο ζουν.

Η Αριστεία και η σχολική επίδοση δεν είναι ατομική υπόθεση…

Βέβαια, σήμερα έχει αποδειχθεί από δεκάδες μελέτες ότι οι δοκιμασίες (test) νοημοσύνης δεν είναι καθόλου “ουδέτερες” κοινωνικά και πως η “καθαρή” ευφυΐα δεν είναι ποσότητα μετρήσιμη. Δεκάδες έρευνες και μελέτες έχουν δείξει ότι η σχολική επίδοση είναι συνάρτηση της κοινωνικής προέλευσης των μαθητών. Η παραδοσιακή αντίληψη που ερμήνευε τη σχολική επιτυχία με τις εγγενείς νοητικές ικανότητες και την αποτυχία με την απουσία τους, δέχτηκε συντριπτικά χτυπήματα στο επίπεδο της θεωρίας από δεκάδες αναλύσεις και έρευνες που απέδειξαν ότι η κοινωνική ανισότητα διευθύνει τη σχολική. Επομένως, η σχολική επιτυχία ή η αποτυχία δε γίνεται κατανοητή παρά μόνον εάν τη θεωρήσουμε ως ένα φαινόμενο κοινωνικά προσδιορισμένο.

Ο «μέγας μηχανισμός επιλογής»

Το σχολείο, καθώς απευθύνεται σ’ όλο το μαθητικό πληθυσμό με τον ίδιο τρόπο κι έχει από όλους τις ίδιες απαιτήσεις, αγνοώντας τις μορφωτικές ανισότητες, ενισχύει τα πλεονεκτήματα και ευνοεί όσους ήδη είναι ευνοημένοι, εκείνους δηλαδή που η κοινωνική τους προέλευση εφοδίασε με ανάλογη μορφωτική κληρονομιά. Οι μαθητές εκείνοι που πληθαίνουν τις «τάξεις» των απορριφθέντων και των ανεξεταστέων προέρχονται στη συντριπτική τους πλειοψηφία από γονείς αμόρφωτους και φτωχούς που «μεταφέρουν» βέβαια μαζί τους, στην πρώτη επαφή με το σχολείο, το μορφωτικό τους μειονέκτημα. Και, γίνεται σαφές ότι το σχολείο, με το να αντιμετωπίζει όλους τους μαθητές, όσο άνισοι κι αν είναι μεταξύ τους, σαν ίσους ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, οδηγείται στην πράξη να επικυρώσει με τo κύρος της εγκυρότητας του τις αρχικές ανισότητες. Στην πραγματικότητα, όμως, οι μηχανισμοί ελέγχου επίδοσης των μαθητών δεν αποβλέπουν απλώς στον έλεγχο γνώσεων, ικανοτήτων κ.α., αλλά παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διευρυμένη αναπαραγωγή των κοινωνικών τάξεων και ανισοτήτων.

Τίποτα δεν είναι πιο άνισο από ένα σχολείο «ίσο» για «παιδιά άνισα». Το σχολείο ευνοεί εκείνους που είναι ήδη ευνοημένοι, αποκλείει, απωθεί, απαξιώνει τους άλλους.

Η αλήθεια είναι ότι  η «ιερή αγελάδα» των εξετάσεων που τόσο πολύ λατρεύουν τα κοινοβουλευτικά κόμματα -παρά τις μικρές ή μεγάλες διαφορές τους και αυτή η λατρεία μεταδίδεται με τα ΜΜΕ σε όλη την κοινωνία,  είναι θεσμός ψυχοφθόρος, πνευματοκτόνος που εν τέλει μετατρέπει τις κοινωνικές ανισότητες σε εκπαιδευτικές. Πίσω από τους μύθους των «ίσων ευκαιριών» και του «αδιάβλητου» των εξετάσεων, ας μη μας διαφεύγει η ουσία. Όσο υπάρχει ο κλειστός αριθμός εισακτέων, «numerus clausus», τόσο οι εξετάσεις θα λειτουργούν ως μηχανισμοί ταξικής επιλογής ευνοώντας τους μαθητές από τις προνομιούχες τάξεις και αποκλείοντας τους «άλλους».

Ο «αποτελεσματικός» εκπαιδευτικός στο εξεταστικοκεντρικό σχολείο και η αυτοαξιολόγηση

 

Η στροφή και η «εξάντληση» του ρόλου των εκπαιδευτικών στις εξεταστικές, βαθμολογικές – αξιολογικές διαδικασίες, κοντολογίς στο πώς θα τεστάρουν, επιτηρήσουν, κατατάξουν, διαφοροποιήσουν, ιεραρχήσουν και τελικά οργανώσουν την πυραμίδα επιτυχίας / αποτυχίας των μαθητών της τάξης τους ακυρώνουν τον παιδαγωγικό του ρόλο.

Όταν όλη τη χρονιά η εκπαιδευτική διαδικασία υποτάσσεται στις εξεταστικές ανάγκες, τότε εύκολα και ανεπαίσθητα μεταλλάσσεται η μαθησιακή διαδικασία σε μεθοδολογική εκγύμναση, καθώς επιβάλλεται κατά κύριο λόγο ο φορμαλισμός και η σχηματοποίηση, όχι μόνο στις πρακτικές αξιολόγησης, αλλά και στο ίδιο το διδακτικό έργο. Τότε η παραπαιδεία κερδίζει έδαφος ως «σώμα και ως πνεύμα» μέσα κι έξω από το σχολικό χώρο, εκτρέποντας το εκπαιδευτικό έργο στη δική της λογική. Ως «καλό» σχολείο αναγορεύεται αυτό που μιμείται το φροντιστήριο. Αυτό δηλαδή που καλουπώνει και παραδίδει αποσπασματικές γνώσεις χρήσιμες για τις εξετάσεις.

Η «αξιολόγηση» της σχολικής μονάδας, η οποία στην πιο ακραία έκφραση της θα συνδέεται με τις εξεταστικές επιδόσεις των μαθητών εκτός του ισοπεδωτικού της χαρακτήρα, θα χωρίζει τα σχολεία σε κατηγορίες, θα οξύνει τον μεταξύ τους ανταγωνισμό, δηλητηριάζοντας εκπαιδευτικές και κοινωνικές σχέσεις, διαφοροποιώντας τους τρόπους χρηματοδότησης, βάζοντας τους χορηγούς από το παράθυρο και τους γονείς να στηρίζουν οικονομικά τη λειτουργία, οδηγώντας πολλά σχολεία στο μαρασμό και τελικά στο κλείσιμο.

O «αποτελεσματικός» εκπαιδευτικός, σύμφωνα με μια χυδαία αντίληψη του πελάτη – καταναλωτή, είναι αυτός που προσανατολίζει τη μαθησιακή διαδικασία και προετοιμάζει τους μαθητές μονοσήμαντα για τις εξετάσεις. Οι εξετάσεις γίνονται εργαλεία που μετατρέπουν τη διαδικασία της μόρφωσης σε εξάσκηση για το κυνήγι «χρήσιμων γνώσεων», που αποφέρουν βαθμούς. Έτσι οι γνώσεις αποκτούν ανταλλαξιμότητα, μετατρέπονται σε εμπόρευμα. Για τον «αποτελεσματικό» εκπαιδευτικό του αστικού ή «νέου σχολείου» δεν έχει σημασία ο πνευματικός εξοπλισμός των μαθητών, η καλλιέργεια «ελεύθερων», υπεύθυνων και δημοκρατικών πολιτών», που να μπορούν να αντιμετωπίσουν κριτικά την κοινωνία με την ενεργητική συμμετοχή τους και παρέμβαση σ’ όλα τα επίπεδα της κοινωνικής δραστηριότητας. Σημασία έχει η παροχή «συνταγών επιτυχίας» για τη συγκομιδή βαθμών.

Κι όμως, από το 1892 έχει διατυπωθεί η «αιρετική» και για τους καιρούς μας άποψη: «Όσοι διδάσκαλοι εργάζονται χάριν των εξετάσεων και ουχί χάριν της ορθής μορφώσεως, αυτοί είναι διδάσκαλοι αγύρται και ασυνείδητοι».

Τι να κάνουμε;

Το τι πρέπει να γίνει δεν μπορούμε να το δούμε απομονωμένα από το τι παιδεία και τι κοινωνία θέλουμε. Η απάντηση της κυβέρνησης και των κυρίαρχων τάξεων είναι δεδομένη. Θέλουν ένα φτηνό σχολείο υποταγμένο στις ανάγκες της αγοράς, ώστε να διαμορφώνει ανθρώπους, χωρίς γενική μόρφωση, πειθήνιους απασχολήσιμους – υποτακτικούς πολίτες. Από τη πλευρά του κόσμου της εργασίας χρειάζεται να διαμορφωθεί ένα ευρύ μορφωτικό κίνημα παιδείας με μια εκπαιδευτική διακήρυξη για τα δικαιώματα και τις μορφωτικές ανάγκες της νέας γενιάς προβάλλοντας το στρατηγικό αίτημα «μόρφωση και δουλειά για όλους» . Τώρα, οφείλουμε απέναντι στο «νέο» σχολείο των δεξιοτήτων, της κατακερματισμένης γνώσης, της αγοράς, της εγκατάλειψης και της υποταγής, να προβάλλουμε το όραμά μας για ένα άλλο σχολείο. Για ένα σχολείο ενιαίο δωδεκάχρονο δημόσιο δωρεάν που θα χωράει όλα τα παιδιά χωρίς φραγμούς και διακρίσεις και θα μορφώνει ολόπλευρα Πραγματικά δημόσιο και δωρεάν που να ανταποκρίνεται στην ανάγκη του ανθρώπου να ανακαλύπτει τους νόμους κίνησης της φύσης και της κοινωνίας, να τους χρησιμοποιεί για να καλυτερέψει την ανθρώπινη ζωή, που να δημιουργεί δημοκρατικά ελεύθερες προσωπικότητες, ανθρώπους που να μαθαίνουν να συνεργάζονται, να σέβονται τη διαφορετικότητα και να δουλεύουν συλλογικά για την προσωπική , αλλά και κοινωνική απελευθέρωση και ευτυχία.

του Γιώργου Καββαδία

*Ο Γιώργος Κ. Καββαδίας είναι φιλόλογος, μέλος του Εκπαιδευτικού Ομίλου και της ΣΕ του περιοδικού «Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης», εκπρόσωπος της Ενότητας Αντίστασης Ανατροπής στο ΔΣ της ΕΛΜΕ Πειραιά.