Τα Παράσιτα τραγουδάνε ακόμη.

Τα Παράσιτα τραγουδάνε ακόμη.

Όσο τα ψίχουλα που περισσεύουν δεν φτάνουν να ταΐσουν τις στρατιές των περιθωρίων, τόσο οι δρόμοι θα προετοιμάζονται να δεχτούν τους ήχους μιας εξέγερσης που δεν θα χωρά στη σιωπή της.

Η Αμερική φλέγεται! Μια φρικιαστική δολοφονία, αυτή του George Floyd, με φυλετικά, ρατσιστικά και ταξικά χαρακτηριστικά, ήρθε απολύτως δίκαια παρά των περί αντιθέτου… φοβικών παραλογισμών, να στείλει το αμερικανικό όνειρο εκεί που ίσως πάντοτε ανήκε: Στο… τίποτα. Λίγο πριν, σε μια άλλη πρωτεύουσα, ευρωπαϊκή αυτή τη φορά, το όνειρο μιας ολοκλήρωσης… χρηματιστηρίων, έβγαζε τα γαλλόφωνα “περιθώρια” από το κίτρινο σκοτάδι της ανυποληψίας και της ανέχειας στο επίκεντρο φωταγωγημένων δρόμων του Παρισιού.

Αμείλικτη η ιστορία, γεννημένη πίσω από τις σελίδες δερματόδετων τόμων με πολυτελείς κονδυλοφόρους (ενίοτε) της συμφοράς, όλα δείχνουν πως έρχεται να συναντήσει μια νέα -αλλά και τόσο παλιά-τάξη “κακοντυμένων” και νηστικών περιθωρίων. Κι εκεί που ένας άχρωμος, άγευστος, άυλος και άπατρις δολοφονικός οδοστρωτήρας ισοπέδωνε αδιακρίτως κοινωνίες και λαούς υπό τον βαρύ μονότονο ήχο κάλπικων νομισμάτων, τα “Παράσιτα*” μιας πραγματικής ζωής χωρίς αύριο, αποδεικνύουν πως με τα δικά τους λόγια και τους δικούς τους ρυθμούς… “Τραγουδάνε ακόμη*”.

Βιάστηκαν οι καλοπληρωμένοι αναλυτές να προαναγγείλουν το τέλος της Ιστορίας. Καμία έκπληξη για εκείνους που χρόνια πριν έσπευσαν να εξαργυρώσουν επιταγές και να αγοράσουν μετοχές για ένα προγενέστερο τέλος των ιδεολογιών. Πεπεισμένοι πως τις ήττες και τις ανατροπές, θα διαδεχθούν κενοτάφια αγώνων, διεκδικήσεων, τάξεων και οραμάτων. Το ίδιο βιαστικά, φιλήσυχοι εκφωνητές και παρουσιαστές ειδήσεων, έρχονται τώρα να τρομάξουν τις απαθείς ομάδες ενός γενικότροπου πληθυσμού, πως μια ασύμμετρη απειλή βίαιων συμπεριφορών, έρχεται όχι με λευκά κολάρα να επιβάλλει τους νόμους της φτώχειας, αλλά με κόκκινα και μαύρα μαντήλια ή κίτρινα γιλέκα, να απειλήσει τις ολότελα δανεικές καθημερινές υποχρεώσεις τους.

Στην μονοτονία των δεικτών, οι ήχοι μιας μουσικής που γεννιέται με φωνές, φωτιές και αγωνίες, παρουσιάζονται ενοχλητικά επικίνδυνοι. Τα συμβολικά και πραγματικά ανάκτορα της βάρβαρης καπιταλιστικής παντοδυναμίας κλονίζονται και οι προασπιστές μιας λυσσαλέας παγκοσμιοποιημένης λεηλασίας, επιχειρούν να κρατήσουν τους τοίχους λευκούς. Μουντίζοντας με γύψο τις γυαλιστερές επιφάνειες που πάνω τους σύρθηκαν αποδεκατισμένοι λαοί και ετοιμοθάνατες κοινωνίες, πετώντας ασβέστη κι λάσπη για να καλύψουν τα αιματηρά τους εγκλήματα.

Παραμένει ωστόσο νόμος άγραφος στην ιστορία, πως η τάξη του χρόνου και η αταξία του κόσμου δεν τιθασεύεται, όσο κι αν αργεί να φανεί, από φτηνά κόλπα πολυτελών ονειρώξεων από νοσηρούς κατασκευαστές χάρτινων παραχωρήσεων. Κι όπου στη γη καλλιεργήθηκε η αδικία, η ανισότητα, η μεροληψία, ο διαχωρισμός και η ταπείνωση, τόσο πληθαίνουν και θα πληθαίνουν κολασμένες μειοψηφίες. Κι όσο τα ψίχουλα που περισσεύουν δεν φτάνουν να ταΐσουν τις στρατιές των περιθωρίων, τόσο οι δρόμοι θα προετοιμάζονται να δεχτούν τους ήχους μιας εξέγερσης που δεν θα χωρά στη σιωπή της.

Είναι ολότελα βέβαιο, πως τα κουρέλια στην άκρη των πεζοδρομίων κρατούν ακόμη κάποια από τα χρώματά τους. Στην βαθιά νύχτα που διανύουμε τα χρώματα αυτά δεν ξεχωρίZουν. Ακριβώς σαν τις αναπνοές που κρατιούνται χωρίς να διακρίνονται στα βουλωμένα στόματα αναρίθμητων καταπιεσμένων. Κι είναι εξίσου σίγουρο, πως όσες στρατιές εξοπλισμένων ανθρωποφυλάκων κι αν ρίξουν στην μάχη με τον χρόνο, οι ανατροπές που θα ‘ρθουν, ακριβώς σαν τις αναπνοές, θα συναντήσουν τον ήχο της πιο όμορφης μουσικής. Αυτής που σήμερα, στα κλεφτά, τα “Παράσιτα τραγουδάνε ακόμη”…

(*βασισμένο στις ταινίες “Τα Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα..”  του Νίκου Νικολαΐδη  και “Παράσιτα” του Μπονγκ Τζουν-χο)