Χρήστος Αστερίου: Ίσλα Μπόα

Το Ίσλα Μπόα είναι ένα (επινοημένο) απομονωμένο νησί κάπου στον Ατλαντικό και γι αυτόν ακριβώς τον λόγο επιλέγεται από τον Σάμυ Κόου, τον διευθυντή παραγωγής ενός αμερικανικού τηλεοπτικού καναλιού ως το ιδανικό μέρος για να γυριστεί ένα καινούριο ριάλιτι. Σε αντίθεση με τη συνταγή του Survivor, ο παραγωγός του νέου τηλεπαιχνιδιού επιχειρεί να στήσει ένα παιχνίδι όχι επιβίωσης αλλά συμβίωσης, ένα πείραμα που θα επιδείξει στο αδηφάγο τηλεοπτικό κοινό το πόσο εύκολη ή δύσκολη είναι η συμβίωση κάτω από αντίξοες συνθήκες μιας ομάδας ανθρώπων που δεν φαίνεται να μοιράζονται τίποτα κοινό. Οι παίχτες επιλέγονται πολύ προσεκτικά. Το χρηματικό έπαθλο είναι μεγάλο και όλα οργανώνονται υπό συνθήκες άκρας μυστικότητας.

Επιλέξαμε ανθρώπους που περνούσαν δύσκολη προσωπική φάση, που ήταν ακόμα και στο χείλος της οικονομικής καταστροφής. Υπήρχε το χρηματικό δέλεαρ – ένα εκατομμύριο δολάρια- με την προϋπόθεση, βέβαια, να υπογράψουν συμβόλαιο απόλυτης εχεμύθειας, να πάρουν όρκο σιωπής, με άλλα λόγια.. Αφού βεβαιωνόμασταν πως είχαν διάθεση να παίξουν, τους φέρναμε στα κεντρικά εξηγώντας τους σε αδρές γραμμές το παιχνίδι. Τους τονίζαμε εξαρχής τι ζητούσαμε. Σε οποιαδήποτε περίπτωση μαθευόταν οτιδήποτε για το «Πείραμα» από τον οικογενειακό ή φιλικό τους κύκλο θα ακυρώνονταν την ίδια στιγμή. Ακόμα κι αν είχαν κερδίσει…..

Έτσι, δέκα άνθρωποι επιλέγονται για να συμμετάσχουν: ένας μαύρος Καναδός σεφ με μεγάλα χρέη από τζόγο, ένας θρήσκος Πακιστανός βιοτέχνης, ένας Κενυάτης δρομέας, μία καρκινοπαθής Λιβανέζα δασκάλα, ένας Γάλλος διανοούμενος, μία επιτυχημένη Κινέζα οικονομολόγος, ένας Γερμανός οικολόγος και η Ιταλίδα ακτιβίστρια σύντροφός του, μία νεαρή Ελληνίδα άνεργη αρχιτεκτόνισσα και μία (επίσης νεαρή) τραγουδίστρια από την Αργεντινή που έχει μόλις βιώσει τη χρεοκοπία της πατρίδας της. Την ομάδα συμπληρώνει ο Αμερικανός παρουσιαστής, ένας δευτεροκλασάτος ηθοποιός που γνώρισε κάποτε μια σχετική επιτυχία, και ο επίσης Αμερικανός σκηνοθέτης του παιχνιδιού. Όλοι αυτοί οι άνθρωποι αφηγούνται την εμπειρία τους στο Ίσλα Μπόα παίρνοντας τη σκυτάλη ο ένας από τον άλλο, αποκαλύπτοντας στον αναγνώστη τα κίνητρα που έφεραν τον καθένα από αυτούς στο εξωτικό νησί καθώς και τις μύχιες σκέψεις τους: άλλοι έχουν ένοχα μυστικά από το παρελθόν, άλλοι μεγάλες φιλοδοξίες για το μέλλον.

Σίγουρα πάντως όλοι βρίσκονται στο σκοτάδι σχετικά με τη διαδικασία του παιχνιδιού: μετά από πτήση μίας και πλέον ώρας αποβιβάζονται στο μικρό νησί στη μέση του ωκεανού και αναμένουν οδηγίες χωρίς να γνωρίζουν ούτε το γενικό κόνσεπτ του ριάλιτι ούτε τα στάδια που θα ακολουθήσουν. Ο μόνος άνθρωπος που τα γνωρίζει όλα αυτά είναι ο διευθυντής παραγωγής, ο Σάμυ Κόου, ο οποίος επιθυμεί να διαμορφώσει για τους παίχτες αληθινές συνθήκες απομόνωσης και άρα τους παρέχει τις πληροφορίες αλλά και την επικοινωνία με τον υπόλοιπο κόσμο με το σταγονόμετρο. Το παιχνίδι ξεκινά και η πρώτη δοκιμασία εξελίσσεται ομαλά, το γύρισμα πηγαίνει καλά και όλοι είναι ευχαριστημένοι. Σύντομα όμως τα πράγματα παίρνουν εφιαλτική τροπή: από τη μία, μια τροπική καταιγίδα χτυπάει απρόσμενα το νησί και διαλύει όλες τις υποδομές που είχαν φτιαχτεί για το παιχνίδι, αφήνοντας επιπλέον πίσω της, δύο παίχτες νεκρούς. Ταυτόχρονα, το τηλεοπτικό κανάλι καταρρέει οικονομικά, συμπαρασυρόμενο από την οικονομική κρίση που χτυπάει το μεγάλο fund που χρηματοδοτούσε το όλο εγχείρημα. Αποτέλεσμα: όλοι οι υπεύθυνοι εξαφανίζονται ή απολύονται και κανένας πια δεν ενδιαφέρεται για τους ανθρώπους που έχουν παρατήσει μόνους και αβοήθητους στο Ίσλα Μπόα.

Έτσι ξεκινά το πραγματικό «ριάλιτι»: οι άνθρωποι που έχουν απομείνει ζωντανοί στο νησί θα πρέπει να βρουν τρόπο να εξασφαλίσουν τροφή, νερό και στέγη, να αντιμετωπίσουν την ασθένεια, την απομόνωση και το πένθος, να ζήσουν με την αβεβαιότητα και την έλλειψη επικοινωνίας με τον υπόλοιπο κόσμο. Το χρηματικό έπαθλο είναι κάτι που δεν ενδιαφέρει πια κανέναν. Το μόνο που μετρά είναι να επιζήσουν. Και ίσως, να καταφέρουν κάποτε να επιστρέψουν στον πολιτισμό, στις χώρες και στα σπίτια τους, στις κατεστραμμένες τους ζωές, αυτές που απέρριψαν για να μπορέσουν να συμμετάσχουν στο πείραμα του Ίσλα Μπόα.

Το βιβλίο είναι γραμμένο σε δύο παράλληλα επίπεδα: από τη μία είναι η πολυφωνική αφήγηση των πρωταγωνιστών του παιχνιδιού και από την άλλη, παρακολουθούμε μία συνέντευξη του Σάμυ Κόου, αρκετό καιρό μετά την άδοξη λήξη του πειράματος του Ίσλα Μπόα, συνέντευξη κατά την οποία διαφαίνεται όλος ο κυνισμός του διευθυντή παραγωγής: οι άνθρωποι αυτοί ήταν απλά «παράπλευρες απώλειες» για την παραγωγή και … τι να κάνουμε αυτά έχει ο καπιταλισμός.

Ο ταλαντούχος ξεκίνησε να γράφει το «Ίσλα Μπόα» του 2008 και το βιβλίο εκδόθηκε μεσούσης της ελληνικής οικονομικής κρίσης, το 2012 από τις εκδόσεις Πόλις. Αυτό που φαίνεται να επιχειρεί ο συγγραφέας είναι να κάνει πολλαπλά σχόλια τόσο για την παγκόσμια πολιτική και οικονομική κατάσταση όσο και για μερικά ζητήματα που ανακύπτουν από την ολοένα και πιο αυξανόμενη παγκοσμιοποίηση.

Ένα από τα πρώτα ζητήματα που θίγονται στο βιβλίο είναι αυτό της ιδιωτικότητας στην εποχή του Διαδικτύου. Ο Σάμυ Κόου λέει με ανατριχιαστικό κυνισμό στη δημοσιογράφο που του παίρνει συνέντευξη:
Γνωρίζαμε τα πάντα (για τους παίχτες). […] Είχα αναθέσει στο τμήμα εσωτερικής πληροφόρησης να μου βρει τριάντα άτομα από επιλεγμένες χώρες με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. […]Μέσα σε λίγες μέρες είχα στο γραφείο μου φακέλους με όλα τα στοιχεία: ηλεκτρονικές διευθύνσεις, δημοσιεύσεις στο Facebook, αναρτήσεις στο twitter, προσωπικά blogs, φορολογικές δηλώσεις, βίντεο. Αλλά και φωτογραφίες προσωπικές, φωτογραφίες από το Google Earth, ιατρικούς φακέλους κι ό,τι άλλο φαντάζεστε. […] Αν νομίζετε πως ο σημερινός άνθρωπος έχει τον παραμικρό ιδιωτικό χώρο, είστε πολύ αφελής.

Το δεύτερο ζήτημα που θίγεται είναι το πολιτικό. Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι αν κάτι βίωσε στο πετσί του ο Έλληνας κατά την τελευταία δεκαετία, αυτό ήταν η απόλυτη υποδούλωση της πολιτικής στην οικονομία του υπερκέρδους ή αλλιώς η επέλαση του νεο-φιλελεύθερου οικονομικού μοντέλου που σάρωσε τα εργατικά και κοινωνικά δικαιώματα στον προηγμένο, κατά τα άλλα, Δυτικό Κόσμο ή αλλιώς η απόλυτη συμπίεση του πολίτη, των δικαιωμάτων και των εισοδημάτων του παράλληλα με τη διάλυση των κοινωνικών φορέων και ομάδων, οδηγώντας στη μηδενιστική νεοφιλελεύθερη πολιτική αντίληψη της κοινωνίας των «αρίστων μονάδων». Πέρα από τον κυνισμό του Σάμυ Κόου, ο οποίος νίπτει τας χείρας του σχετικά με τον θάνατο τόσων αθώων ανθρώπων κατά το πείραμα του Ίσλα Μπόα, είναι επίσης εμφανείς οι αναφορές στη χρεοκοπία της Αργεντινής και της Ελλάδας (η Ελληνίδα Μάνια είναι μια νεαρή άνεργη αρχιτεκτόνισσα που ζει με τους γονείς της γιατί δεν μπορεί να βρει μία δουλειά ικανή να τη συντηρήσει παρά τις καλές σπουδές της και γι αυτό συμμετείχε σε διαδηλώσεις όπως και η νεαρή Αργεντίνα Τερέζα που βίωσε την επέλαση του ΔΝΤ στη χώρα της).

Άλλες ψηφίδες που φτιάχνουν αυτό το παγκοσμιοποιημένο σκηνικό του μυθιστορήματος είναι η επίπλαστη επαγγελματική επιτυχία του σύγχρονου κόσμου (η Κινέζα οικονομολόγος που δουλεύει σε Σαγκάη και Λονδίνο κατέχει τον τίτλο της «Σκύλας» στις εταιρείες κι έχει μία μάλλον δυστυχισμένη προσωπική ζωή), τα οικολογικά ζητήματα που εκφράζονται από τον Γερμανό ακτιβιστή και την Ιταλίδα σύντροφό του που οργανώνουν δράσεις κατά της κλιματικής αλλαγής, η θρησκευτική ανεκτικότητα (ο Πακιστανός βιοτέχνης είναι ιδιαίτερα εύθικτος σε ζητήματα τυπολατρείας της θρησκείας του όμως αυτά γίνονται σεβαστά) και το πολιτικό σφαγείο της Αφρικής (ο Αφρικανός Αμπέμπε κουβαλά μέσα του ένα φριχτό μυστικό από τον εμφύλιο της χώρας του). Όλα αυτά είναι ζητήματα που θέτει επί χάρτου ο Αστερίου και καλεί τον αναγνώστη να προβληματιστεί: ζούμε πια σε ένα μεγάλο παγκόσμιο χωριό. Μπορούμε να συμβιώσουμε (και όχι απλά να επιβιώσουμε) όλοι μαζί; Τι χρειάζεται για να γίνει αυτό; Πόσο καλούμαστε να συμβιβαστούμε προκειμένου να πετύχουμε μία αρμονική συμβίωση; Και τι θα γινόταν αν η επιβίωσή μας εξαρτιόταν αποκλειστικά από αυτήν την ανεκτικότητα και την αποδοχή που απαιτεί η αρμονική συμβίωση;

Το βιβλίο είναι καλογραμμένο, με αρκετές αφηγηματικές αρετές και μπόλικη έρευνα από πίσω που στηρίζει επαρκώς το μυθιστορηματικό περιβάλλον. Επιπλέον, ούτε κι εγώ ξέρω πόσο καιρό είχα να διαβάσω ένα βιβλίο Έλληνα συγγραφέα που δεν καταπιάνεται με τη βιωματική ελληνική παράδοση (π.χ. τα παιδικά μου χρόνια στο χωριό / οι αναμνήσεις του παππού και της γιαγιάς κλπ κλπ) ούτε με τα αποκλειστικά προσωπικά του βιώματα αλλά αντίθετα ανοίγεται σε ζητήματα που αφορούν τους σύγχρονους πολίτες του, Δυτικού τουλάχιστον, κόσμου: παγκοσμιοποίηση, πολιτικές επιλογές, κοινωνικά συστήματα, εργασία και ανεργία, διαδίκτυο, ελευθερία και λογοκρισία.

Όμως, δεν μπορώ να μην αναφέρω κι ένα μικρό «όμως»: προσωπικά, κατά την ανάγνωση του μυθιστορήματος ένιωσα αρκετές φορές ότι ο συγγραφέας πατάει υπερβολικά πολύ στα στερεότυπα. Ναι, είναι πειστικοί οι μονόλογοι του κάθε χαρακτήρα, όμως ο ίδιος ο χαρακτήρας του βιβλίου είναι αυτό ακριβώς που περιμένει να διαβάσει ο μέσος Ευρωπαίος τηλεθεατής. Ο Αφρικανός για παράδειγμα έπρεπε να είναι και δρομέας μεγάλων αποστάσεων – δεν έφτανε που είχε ζήσει έναν εμφύλιο – και ο Σάμυ Κόου κάνει τις κυνικές παραδοχές του υπό την απειλή περιστρόφου α λα Χόλιγουντ. Η Φου ζει τις πραγματικές επιθυμίες της μόνο μέσα από έναν εικονικό κόσμο στο Διαδίκτυο και ο διανοούμενος Γάλλος Φρανσουά απαγγέλλει Ντύλαν Τόμας πάνω από τους νεκρούς του νησιού: «Και ο θάνατος δεν θα ‘χει εξουσία…». Νιώθω ότι το όλο εγχείρημα του Αστερίου ια ήταν πολύ πειστικότερο αν οι χαρακτήρες του ήταν δομημένοι κόντρα ή έστω μακριά από αυτά τα χιλιοειπωμένα κλισέ.

Παρ’ όλα αυτά, το βιβλίο όπως ανέφερα και πριν είναι καλογραμμένο, η ιδέα ενδιαφέρουσα και ο Χρήστος Αστερίου είναι ένας ταλαντούχος λογοτέχνης που χειρίζεται καλά τόσο τη γλώσσα όσο και τα διαφορετικά αφηγηματικά περιβάλλοντα. Σίγουρα ένα αξιόλογο, σύγχρονο και ενδιαφέρον βιβλίο.

, μεταφράστρια

Αγοράστε το βιβλίο, κάνοντας κλικ εδώ