Ελένη Φυσέκη: Το φάλτσο μικρόφωνο

«Το βιβλίο, γραμμένο με γλαφυρότητα σε πρώτο πρόσωπο και με αφηγητή τον συμπαθητικό βασικό πρωταγωνιστή, τον ηχολήπτη που ως ερασιτέχνης ντετέκτιβ αναζητά τα ίχνη του φίλου του»

Το «Φάλτσο μικρόφωνο» είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα της Ελένης Φυσέκη, το πρώτο της, που εκδόθηκε πριν τρία χρόνια από εκδόσεις Πικραμένος. Ως πρώτο βιβλίο έχει το χαρακτηριστικό που έχουν τα περισσότερα πρώτα βιβλία: διαδραματίζεται σε χώρους και πραγματεύεται καταστάσεις από τις οποίες ο συγγραφέας έχει προσωπική πείρα. Η Ελένη Φυσέκη εκτός από συγγραφέας είναι και ηχολήπτρια και μουσικός και το πρώτο της βιβλίο έχει ως φόντο τις, ξεπεσμένες πια, «μεγάλες πίστες», τα χτυπημένα από την κρίση νυχτερινά μαγαζιά και όλον τον κόσμο που βιοπορίζεται από τη νύχτα: τραγουδιστές, μπουζουξήδες, σερβιτόροι, λουλουδούδες.

Η αστυνομική πλοκή του βιβλίου αφορά στην εξαφάνιση του Τάκη, ενός καλού κιθαρίστα, που ενώ έχει κλείσει να παίξει στο καλύτερο μαγαζί της Θεσσαλονίκης με το πρώτο όνομα της νύχτας, εξαφανίζεται μυστηριωδώς χωρίς να αφήσει πίσω του κανένα ίχνος, κανένα μήνυμα. Ο Νίκος, κολλητός του φίλος και ηχολήπτης στο ίδιο νυχτερινό κέντρο, θορυβείται ιδιαίτερα από αυτήν την εξαφάνιση κι αποφασίζει να τον εντοπίσει ο ίδιος καθώς βλέπει ότι η αδερφή του εξαφανισμένου όπως και η αστυνομία δεν ασχολούνται ιδιαίτερα με την υπόθεση.

Έχοντας στο πλάι του την Ζωή, σύντροφό του και τραγουδίστρια στην ίδια μεγάλη πίστα, ο Νίκος μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα ερευνώντας για στοιχεία, μιλώντας με υπόπτους, με δικηγόρους, με δημοσιογράφους, με αστυνομικούς. Η πλοκή εξελίσσεται σχετικά ομαλά χωρίς μεγάλες εκπλήξεις για έναν έμπειρο αναγνώστη και οδηγεί στο αποκαλυπτικό φινάλε, έτσι όπως πρέπει να κάνει ένα καλό, κλασικό whodunit αστυνομικό μυθιστόρημα.

Η αλήθεια είναι ότι η συγγραφέας δεν καταφέρνει να αποφύγει ορισμένα κλισέ, ούτε στο χτίσιμο των χαρακτήρων ούτε στο χτίσιμο της πλοκής. Για παράδειγμα, η Ζωή είναι δεύτερο / τρίτο όνομα στην λαϊκή πίστα γιατί αρνήθηκε να ενδώσει στις ανήθικες προτάσεις και τα διαφημιστικά τρικ κάποιας μεγάλης φίρμας που θα την έκανε γνωστή στο πανελλήνιο. Ή ο πρωταγωνιστής τρώει ένα γερό χέρι προειδοποιητικό ξύλο από τους μπράβους αυτών που δεν τους συμφέρει να διερευνηθεί σε βάθος η υπόθεση της εξαφάνισης. Ή το ξέσπασμα του ενόχου στο τέλος είναι μάλλον αφελές υπό την έννοια ότι αν και αιτιολογείται ψυχολογικά, δεν πείθει ιδιαίτερα με την υπερβολή του.

Πέρα όμως από αυτά τα ατοπήματα, αυτό που δίνει στο βιβλίο ένα ιδιαίτερο και ενδιαφέρον χρώμα είναι το background: ο κόσμος της νύχτας ή καλύτερα ο κόσμος που εργάζεται στη νύχτα, οι μεροκαματιάρηδες της καψούρας και της πάλαι ποτέ γκλαμουριάς, οι μουσικοί που κάψανε τις σπουδές και τα όνειρά τους στα ελληνάδικα και τα μπουζουκορεμπετάδικα των τελευταίων δεκαετιών, οι φίρμες που κάνουν κουμάντο στο μαγαζί, οι συνοικιακές καφετέριες παύλα μεζεδοπωλεία παύλα χορευτάδικα που παίζουν ποτ-πουρί από καμμένα ηχεία, οι γυναίκες στη γκαρνταρόμπα και στα πανέρια με τα γαρίφαλα που αναπολούν τις εποχές με τις «μεγάλες ζημιές», όλοι αυτοί οι παράπλευροι χαρακτήρες διαμορφώνουν ένα σκηνικό όπου η σημερινή αδυσώπητη ανάγκη για επιβίωση σε συνδυασμό με τη ματαίωση που πηγαίνει ασορτί με τον χώρο (ή τη χώρα, δεν ξέρω) φτιάχνουν έναν γοητευτικό συνδυασμό.

Διαβάζοντας το «Φάλτσο μικρόφωνο» δεν βουτάμε στα άδυτα της νύχτας ούτε κάνουμε μια ρεμβαστική αναπόληση στις μεγάλες πίστες του ’90 και της δεκαετίας του 2000. Αντίθετα, οι ήρωες κινούνται σε μία εποχή όπου τρώνε συνεχώς στη μάπα τα απόνερα εκείνων των εκρηκτικών εποχών, όπου ξοδεύτηκαν χιλιάδες επί χιλιάδων ευρώ και χτίστηκαν τηλεοπτικές και τραγουδιστικές καριέρες που αργότερα εξαργυρώθηκαν με κάθε τρόπο. Σήμερα, με την οικονομική κρίση να έχει σαρώσει αυτήν την πραγματικά βαριά βιομηχανία της πίστας, οι συντελεστές πίσω από τα μικρόφωνα, στις κονσόλες και στα καμαρίνια, βρίσκονται άνεργοι, απελπισμένοι, συμβιβασμένοι με ό,τι μισούσαν, αποκαρδιωμένοι και κυρίως κουρασμένοι. Αυτοί είναι, κατά τη γνώμη μου, οι πραγματικοί ήρωες του βιβλίου.

Επιπλέον, μαζί με το ομαλό ξετύλιγμα της αστυνομικής πλοκής, η συγγραφέας φωτίζει, αν και αμυδρά, μερικές ακόμα βρώμικες πτυχές του παιχνιδιού στον μουσικό χώρο στην Ελλάδα: συνθέτες που ιδιοποιούνται κομμάτια αγνώστων συναδέλφων τους και που χτίζουν την καριέρα τους πάνω σε αυτά, άφωνους τραγουδιστές που έκαναν καριέρα λόγω δημοσίων σχέσεων, δημοσιογράφους του καλλιτεχνικού που στήνουν με το αζημίωτο διάφορα διαφημιστικά ειδύλλια για να κινηθούν τα γρανάζια της εγχώριας σόου μπιζ παράλληλα με ιστορίες σεξουαλικής παρενόχλησης στο χώρο, όλα αυτά συμπληρώνουν την ιστορία και τον καμβά του μυθιστορήματος.

Το βιβλίο, γραμμένο με γλαφυρότητα σε πρώτο πρόσωπο και με αφηγητή τον συμπαθητικό βασικό πρωταγωνιστή, τον ηχολήπτη που ως ερασιτέχνης ντετέκτιβ αναζητά τα ίχνη του φίλου του, κυλά σχετικά γρήγορα και είναι μια διαφορετική πρόταση στον χώρο του ελληνικού αστυνομικού που ανθεί τα τελευταία χρόνια, τα χρόνια της κρίσης, στη χώρα μας.

, μεταφράστρια