Ντου γιου λάικ φροϊλάιν δι γκρις;

Ντου γιου λάικ φροϊλάιν δι γκρις;

«Ο τουρισμός δεν είναι νεοπλουτισμός, είναι πολιτισμός». Γράφει η Τίνα Σπυράτου.

Πέρυσι τέτοια εποχή, πριν τον covid, πριν το φόβο, πριν την αντισηψία και την ευρέως κλιμακούμενη σήψη τελικά, είχα βρεθεί σε ένα μπαράκι και τα έπινα με μια παρέα γυναικών, διαφόρων τάξεων, πεποιθήσεων και πολιτεύματος.

Πάνω στην κουβέντα κάτι ειπώθηκε για τη νήσο, δεν ξέρω πως ξεκίνησε η όλη συζήτηση, το ρεζουμέ ήταν πως εγώ θεωρούσα ότι η νήσος δεν χρειάζεται καμιά τουριστική ατραξιόν ή «αναβάθμιση» ή περαιτέρω αφεντάδες ή δουλοπρέπεια, τα κορίτσια όμως διαφωνούσαν.

«Η είναι πίσω, ο τουρισμός είναι το μέλλον, αλλά ο πλούσιος τουρισμός… Να γίνουν μεγάλα ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, να γίνει πιο γκουρμέ η εστίαση, να έρχονται κότερα μεγάλα σαν πλοία, αεροπλάνα και διαστημόπλοια, να υποδεχόμαστε τους τουρίστες με ροδοπέταλα, να τους κάνουμε τη ζωή εύκολη για να ξανάρθουν και να μας προτιμήσουν, όπως σε κάθε καλό μαγαζί, να μη σερβίρουμε όλο μουσακά σε λαδωμένα χάρτινα τραπεζομάντιλα».

Ο καθένας μπορεί να έχει τη γνώμη του, ασφαλώς. Αλλά δεν είναι όλοι θιασώτες. Κάποιοι είναι ταξιθέτες, κάποιοι μαζεύουν τα σκουπίδια που πετάμε και είναι πιο σημαντικοί από όλους μας, αλλιώς θα βρωμάμε, αστοί και πληβείοι.

Η Κεφαλονιά που ούτε με γέννησε, ούτε με ανέθρεψε κι ούτε μου χρωστά αλλά δεν της χρωστάω κι εγώ, είναι αυτό που λέει κάποιος μεστά και χορτάτα “ένας Όμορφος τόπος».

Μυρωδιές, πηγές, βουνά, συγκλονιστική βλάστηση, εξαιρετικά κρυστάλλινα και πεντακάθαρα νερά, άπειρους τρόπους να σε μαγέψει η ίδια, θρονιασμένη σε υπόγεια βουνά που ταλαντεύει το σκήνωμα της, τρομάζοντας ζωντανούς και πεθαμένους, άγρια κι ειρηνικά θεάματα, βότανα, μεθυστική άνοιξη (κατ’ εμέ η ωραιότερη εποχή για να την πρωτοεπισκευθεί κανείς). Κι όταν τη χτυπά ο Νοτιάς μεταμορφώνεται σε γυναίκα που απαιτεί να ζήσει χωρίς όρια.

Αγαπώ τους παραθεριστές της, που παρακολουθώ να απλώνονται αποχαυνωμένοι και κάτασπροι απ’ τη ραστώνη του μεσημεριού στις δαντελωτές της παραλίες, να ζουν το θαύμα που μόνο η ίδια η φύση μπορεί να σου χαρίζει.

Τους αγαπώ που επιλέγουν να αποκοιμηθούν κάτω απ τα αστέρια ενός τόπου, που μεγαλώνω τα παιδιά μου και συστήνομαι κι εγώ κάθε μέρα σ αυτόν και είμαι ευγνώμων που περνούν τις μέρες ξεκούρασης τους εδώ.

Πρέπει να τιμάς και να φροντίζεις τον φιλοξενούμενο σου, να μην τον κοροϊδεύεις, να μην τον περνάς για ανόητο, να του παρέχεις την ομορφιά που ψάχνει και τη γαλήνη, χωρίς όμως να χάσεις την δική σου. Ούτε την ομορφιά σου ούτε τη γαλήνη σου.
Να δίνεις, να παίρνεις, να κρατάς την ουσία, την πρώτη σου ύλη κάνοντας ανακαινίσεις αλλά όχι να πουλάς αντιπαροχή όσο όσο.
Υπέρ-πολυτέλεια είναι αυτό. Να μπορείς να σε χορταίνει η ίδια η ζωή και τα θαύματα της.

Ωραίες οι βίλες, αλλά ωραία και τα παράθυρα με τους βασιλικούς της γιαγιάς που χαμογελά στην φωτογραφική κάμερα σαν παιδί. Ωραίες οι αστακομακαρονάδες, ωραία και τα σουτζουκάκια, όμως. Ωραία τα πάρτι στις παραλίες, ωραία όμως ν’ ακούς τα τζιτζίκια μεθυσμένα να τραγουδούν πάνω στο κύμα. Ωραία τα σαλόνια κι οι αιώρες, ωραία και τα νοσοκομεία με φουλ εξοπλισμό. Ωραία όλα, αλλά ωραίοι πρώτα πρέπει να είμαστε εμείς.

Να μπορείς να πεις πως αγαπάς τον τόπο σου, γι’ αυτό που είναι, για να μπορεί να τον αγαπήσει και ο άλλος. Γι’ αυτό που είναι ή γι’ αυτό που ανακαλύπτει πως είναι.

Ο τουρισμός δεν είναι νεοπλουτισμός, είναι πολιτισμός. Ή τον έχεις ακόμη και μέσα στο καφενείο ενός χωριού και δεν θα τον χάσεις ποτέ ή δεν τον έχεις και δεν θα τον βρεις ούτε στη βιλάρα με θέα το ηφαίστειο της θεάς Σαντορίνης.

Και στο κάτω κάτω, το σημαντικότερο είναι να παραμείνεις ένας μικρός κατακτητής της ζωής καλοκαίρια και χειμώνες. Να έχεις να πεις πως βρήκες κι όχι πως σου έδωσαν.

Σας φιλώ και νομίζω πως αγαπώ τη νήσο περισσότερο από πολλούς γηγενείς.
Μπορώ να το πω πια, νομίζω.
Τουρίστρια κι εγώ της εργατικής αθάνατης τάξης.