Π. Καππάτος: Ομιλία επί του πορίσματος για διενέργεια προκαταρκτικής για τυχόν αδικήματα του Δ. Παπαγγελόπουλου

Π. Καππάτος: Ομιλία επί του πορίσματος για διενέργεια προκαταρκτικής για τυχόν αδικήματα του Δ. Παπαγγελόπουλου

Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι Βουλευτές, η σημερινή συζήτηση και ψηφοφορία επί των πορισμάτων της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής προς διενέργεια Προκαταρκτικής Εξέτασης αποτελεί το επιστέγασμα μιας πολύμηνης διαδρομής.

Εννέα μήνες προδικασίας, καταθέσεις δεκάδων μαρτύρων, συνεδριάσεις εκατοντάδων ωρών, χιλιάδες έγγραφα, μια τεράστια δικογραφία, συνθέτουν τη διαδρομή που μας οδηγεί στη σημερινή ψηφοφορία, μια διαδρομή που έφερε στην επιφάνεια παθογένειες του πολιτικού μας συστήματος διαχρονικά, αλλά και αδυναμίες της δικαστικής εξουσίας, ιδιαίτερα δε στη σχέση της με την εκτελεστική εξουσία.

Είναι η εποχή που αναδεικνύονται δεδομένα συγκλονιστικά, υπόγειες διαδρομές και διασυνδέσεις πολιτικών και δικαστικών συμφερόντων, που ουδέποτε μπορούσαμε να φανταστούμε. Είναι, όμως, και η στιγμή που επιλέγουμε τη θεσμική οδό της διερεύνησης ενδεχόμενων αδικημάτων στο πλαίσιο της Ειδικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής, αποφεύγοντας νοοτροπίες λαϊκών δικαστηρίων και δημόσιας διαπόμπευσης, που τόσο εύκολα επιστράτευσε μερίδα του πολιτικού μας συστήματος κατά το πρόσφατο μόλις παρελθόν.

Είναι η απόδειξη ότι η διάκριση των εξουσιών εξακολουθεί να αποτελεί το θεμέλιο λίθο του κράτους δικαίου στην Ελλάδα, παρέχοντάς μας τις απαραίτητες δημοκρατικές δικλείδες ασφαλείας.

Το διαχρονικό μήνυμα σε όποιον κι αν αισθάνεται παντοδύναμος στο περιβάλλον που η προσωρινή εξουσία του προσφέρει, είναι ότι έρχεται η ώρα της κρίσης, από την οποία ουδείς δύναται να αποδράσει. Η Δημοκρατία είναι πιο δυνατή. Το κράτος δικαίου είναι πάνω απ’ όλους μας.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, τόσο η πρόταση να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του ελεγχόμενου πρώην Αναπληρωτή Υπουργού κ. Παπαγγελόπουλου για τα οκτώ αδικήματα που περιγράφονται στο πόρισμα, όσο και η μη συμπερίληψη σε αυτά δύο αδικημάτων λόγω μη επαρκών ενδείξεων ενοχής, συγκροτούν το πλαίσιο στο οποίο προτείνεται η ποινική δίωξη σε βάρος του πρώην Υπουργού. Πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας συστηματικής ειδικής κοινοβουλευτικής διαδικασίας, μιας διαδικασίας που είχε ως αποκλειστική κατεύθυνση τη διερεύνηση της αλήθειας και την απόδοση ευθυνών όπου κι αν εκείνες καταμερίζονται, μιας διαδικασίας θεσμικής με επώνυμους μάρτυρες και στοιχεία.

Στη διαδρομή αυτή δεν ήταν λίγες οι στιγμές που η ανταλλαγή επιχειρημάτων, ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της Επιτροπής και τα όσα οι μάρτυρες κατέθεσαν ενώπιον μας προκάλεσαν εντάσεις, που σε πολλές περιπτώσεις δεν μας τιμούν ως νομοθετικό Σώμα.

Σήμερα, όμως, αφήνουμε το παρελθόν πίσω. Έχοντας ήσυχη τη συνείδησή μας ότι ενεργήσαμε κατά τρόπο θεσμικά ορθό και πολιτικά δίκαιο, παραδίδουμε ένα πόρισμα αναλυτικό και νομικά άρτιο. Έχουμε, όμως, πάντα στο νου μας το πολιτικό περιβάλλον της επόμενης ημέρας, ένα πολιτικό περιβάλλον στο οποίο η δικαστική εξουσία πρέπει να είναι πραγματικά ανεξάρτητη. Το πολιτικό μας σύστημα είναι έτοιμο να απορροφήσει στο μέλλον τυχόν κραδασμούς που απειλούν το δημοκρατικό του πυρήνα, καθώς και το πολιτικό προσωπικό είναι ώριμο να απορρίψει ως τακτική του επιλογή τη σπίλωση των πολιτικών του αντιπάλων δια της σποράς ψευδών κατηγοριών και ειδήσεων. Σε μια κρίσιμη, μάλιστα, εποχή για τα εθνικά μας ζητήματα ένα τέτοιο πολιτικό περιβάλλον είναι πιο αναγκαίο από ποτέ.

Κάθε πολίτευμα διαθέτει τρία στοιχεία, των οποίων τη σκοπιμότητα για το καθένα οφείλει να εξετάζει ο νομοθέτης. Αν αυτά λειτουργούν σωστά και το πολίτευμα οπωσδήποτε λειτουργεί σωστά. Στο βαθμό πάλι που παρατηρούνται διαφορές στο καθένα από αυτά, διαφέρουν και τα πολιτεύματα μεταξύ τους.

Από τα τρία αυτά στοιχεία, το πρώτο διαβουλεύεται για τα κοινά, το δεύτερο αφορά στις αρχές και τις αρμοδιότητές τους και το τρίτο να απονέμει δικαιοσύνη. Η θεμελιώδης αυτή διάκριση, που εισήγαγε ο Αριστοτέλης και ανέλυσε ο Μοντεσκιέ, μας ακολουθεί ως σήμερα. Είναι η λεπτή γραμμή που μας χωρίζει από την απολυταρχία και τις πιο σκοτεινές στιγμές της ανθρώπινης ιστορίας. Δική μας υποχρέωση είναι να μην την αγνοούμε, να την υπερασπιζόμαστε και να αποτρέπουμε κάθε προσπάθεια που θέτει σε κίνδυνο την ισορροπία αυτή.

Το πόρισμα για το οποίο ψηφίζουμε σήμερα, αυτόν ακριβώς τον χαρακτήρα έχει.

Η προσπάθεια της προηγούμενης κυβέρνησης να παραμείνει στην εξουσία όχι με το έργο της για τους πολίτες και την πρόοδο της χώρας, αλλά με τη σπίλωση πολιτικών αντιπάλων χωρίς στοιχεία, έχει καταδικαστεί πολιτικά στη συνείδηση των Ελλήνων πολιτών.

Οι Έλληνες πολίτες μην έχετε αμφιβολία ότι αντιλαμβάνονται τη σημασία και παρακολουθούν την εξέλιξη των πολιτικών σκανδάλων, την ποινική διάσταση των οποίων θα κρίνει η Δικαιοσύνη. Σε συνδυασμό με τα όσα συγκλονιστικά έρχονται στο φως της δημοσιότητας τις τελευταίες εβδομάδες για τον τρόπο που διαχειρίστηκαν κορυφαία στελέχη της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ άλλες υποθέσεις, υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αυτό που διερεύνησε η Επιτροπή δεν είναι ένα μεμονωμένο περιστατικό. Φοβάμαι ότι αποτέλεσε μέρος μιας γενικότερης αμοραλιστικής και σκοτεινής προσπάθειας ασφυκτικού ελέγχου του κράτους και των θεσμών, μιας προσπάθειας να καταργηθεί η διάκριση των εξουσιών για την πολιτική επικράτηση χωρίς κανόνες.

Θα κλείσω, λέγοντας ότι η διάκριση των εξουσιών δεν έχει μόνο νομική φύση, αλλά αφορά και την καθημερινή συμπεριφορά και το ύφος όλων όσων ασκούν εξουσία χωρίς καμία εξαίρεση.

Αξιότιμοι συνάδελφοι της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης, τα λεγόμενα «ηθικά πλεονεκτήματα» δεν κληρονομούνται και οπωσδήποτε δεν μπορούμε να τα αποδίδουμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας. Κάθε μέρα κρινόμαστε είτε ως πολίτες είτε ως πολιτικοί, από την ημέρα που ενηλικιωνόμαστε μέχρι το τέλος της ζωής μας, και το όποιο παρελθόν μας δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για τις πράξεις μας στο παρόν και το μέλλον.