Χόρχε Ιμπαργκουένγκοϊτια: Αυγουστιάτικες Καταιγίδες

Ο συγγραφέας με άφθονο χιούμορ και δηλητηριώδη, σαρκαστική διάθεση παρωδεί ανελέητα την κατ' ευφημισμό επανάσταση, αυτή που γίνεται για τη διασφάλιση προσωπικών προνομίων, και σκιαγραφεί τις μικρές προσωπικότητες των ηρώων της

Από πού να αρχίσω; Κανέναν δεν ενδιαφέρει το που γεννήθηκα, ποιοι ήταν οι γονείς μου, πόσα χρόνια σπούδασα ή για ποιο λόγο με διόρισαν γενικό γραμματέα στο προεδρικό γραφείο. Θέλω εντούτοις να διευκρινίσω πως δεν γεννήθηκα σε παράγκα όπως ισχυρίζεται ο Αρτάχο, πως η μητέρα μου δεν ήτανε πουτάνα, όπως υπονοούν μερικοί, και πως είναι ψέμα ότι δεν πάτησα ποτέ το πόδι μου στο σχολείο αφού τελείωσα το Δημοτικό, με επαίνους μάλιστα των δασκάλων. Όσο για τη θέση στο γραφείο του Προέδρου, μου την πρόσφεραν λαμβάνοντας υπόψη την προσωπική μου αξία, μεταξύ άλλων την καλλιέργεια μου, που πάντα προκαλεί ζήλια και θαυμασμό, τη δοκιμασμένη και αποδεδειγμένη τιμιότητα μου, που αρκετές φορές με έκανε να αντιμετωπίσω λογής προβλήματα με την αστυνομία, την άγρυπνη οξυδέρκεια μου και πάνω από όλα το ότι είμαι συμπαθής, πράγμα αφόρητο για πολλά ζηλόφθονα άτομα.

Έτσι αρχίζει το βιβλίο «Αυγουστιάτικες καταιγίδες» του μεξικανού Χόρχε Ιμπαργκουένγκοϊτια, μία μικρή νουβέλα που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παρατηρητής, σε μετάφραση Ισμήνης Κανσή. Η υπόθεση του βιβλίου έχει ως εξής: Τον Αύγουστο του 1929 ο στρατηγός Χοσέ Γκουανταλούπε Αρόγιο λαμβάνει μία επιστολή από τον Μάρκο Γκονσάλες, τον νέο Πρόεδρο του Μεξικού που καλεί τον Αρόγιο να αναλάβει τη γραμματεία του γραφείου του. Ο Αρόγιο, περήφανος και δικαιωμένος που επιτέλους αναγνωρίζεται ο πατριωτικός του αγώνας, αποχαιρετά την οικογένειά του και παίρνει το τρένο για την πρωτεύουσα, όπου πρόκειται να αναλάβει καθήκοντα την επόμενη μέρα. Όσο βρίσκεται όμως καθ’ οδόν, πληροφορείται ότι ο νέος πρόεδρος Γκονσάλες δυστυχώς απεβίωσε αιφνιδίως…

Έτσι ξεκινάει μια κωμικοτραγική αφήγηση των καταστάσεων που θα ακολουθήσουν: οι «ορφανοί» στρατηγοί συνωμοτούν πέρα από κάθε όριο νομιμότητας και συνταγματικότητας, με πρόφαση βέβαια την υπεράσπιση του μεξικανικού συντάγματος, προκειμένου να φέρουν στην εξουσία ο καθένας τον δικό του αχυράνθρωπο… Οι κρυφές ισορροπίες και συμμαχίες χαλάνε και ξαναφτιάχνουν εν ριπή οφθαλμού, όσο κρατάει η λάμψη ενός κεραυνού, και μέσα σ’ αυτό το καζάνι που βράζει, σε ένα υπόγειο πλαίσιο όπου όλοι είναι μαζί με όλους μέχρι να βρεθεί κάτι καλύτερο για την πατρίδα και για το έθνος, ο ήρωάς μας πέφτει από δυσμένεια σε δυσμένεια καθώς οι συμμαχίες που επιλέγει είναι, δυστυχώς γι αυτόν, η μία πιο εύθραυστη από την άλλη…

Σύντομα ξεσπούν κι ένοπλες συρράξεις μεταξύ κυβερνητικών και αντικυβερνητικών σε διάφορα μικρά χωριά της χώρας στις οποίες δεν αργούν να εμπλακούν και οι γιάνκηδες: όταν οι εμφύλιες συγκρούσεις πλησιάζουν κοντά στα σύνορα με τις ΗΠΑ, ο Αμερικανός πρόξενος της περιοχής δηλώνει ορθά-κοφτά πως «οι ΗΠΑ έχουμε βαρεθεί αυτήν την ιστορία με τις εξεγέρσεις και τις επαναστάσεις και αν έστω και μία σφαίρα περάσει τη συνοριακή γραμμή, τότε θα κάνουμε κανονική εισβολή στο Μεξικό». Οι επαναστάτες τότε, επιδιώκοντας να εξασφαλίσουν την ανοχή του ισχυρού τους γείτονα, αντιπροτείνουν γενναίες εμπορικές συναλλαγές όταν έλθουν στην εξουσία…

Ο συγγραφέας με άφθονο χιούμορ και δηλητηριώδη, σαρκαστική διάθεση παρωδεί ανελέητα την κατ’ ευφημισμό επανάσταση, αυτή που γίνεται για τη διασφάλιση προσωπικών προνομίων, και σκιαγραφεί τις μικρές προσωπικότητες των ηρώων της: του αφηγητή, ενός αμόρφωτου χωριάτη που με πονηριές και προσφέροντας δουλικές υπηρεσίες κατάφερε να αναρριχηθεί στην πολιτική ιεραρχία έστω και για λίγο (που τελικά καταφέρνει να γίνει συμπαθής στον αναγνώστη μέσα από τα τόσα παθήματά του), του δειλού στρατηγού Βαλντίβια που πανικοβάλλεται μπροστά την ήττα και καλεί τους άντρες του να διαλυθούν και να γυρίσουν στα χωριά τους και του πανούργου στρατηγού Πέρεζ που μετέρχεται κάθε μέσο προκειμένου το τέλος της επανάστασης να τον βρει στην πλευρά των νικητών.

Όπως σημειώνει και η μεταφράστρια στο εισαγωγικό σημείωμά της, οι Αυγουστιάτικες καταιγίδες «είναι ένα βιβλίο που με πίκρα διακωμωδεί το Μεξικό, που όπως είπε κάποιος πολιτικός βρίσκεται τόσο μακριά απ’ τον Θεό αλλά τόσο κοντά στις Ηνωμένες Πολιτείες».

, μεταφράστρια