Δεκαπέντε (Ο αγιόρταστος μήνας)

Δεκαπέντε (Ο αγιόρταστος μήνας)

Είναι αυτή η αλλόκοτη χρονιά, που γύρισε την πλάτη της στην κάψα της γιορτής, που χαμήλωσε τον ήχο της καμπάνας, που έσυρε την ανέμελη ραστώνη του, στα μπουντρούμια της πιο εποχικής και κυριολεκτικά, μελαγχολίας.

Μέσα απ’ τις δάφνες, τις λάσπες, τους χαλασμένους καιρούς και τους πολύχρωμους ορίζοντες, η Ρωμιοσύνη, πότε κλαμένη, πότε λαβωμένη και πότε βαθιά λαμπερή, έφτανε στο διονυσιακό της αποκορύφωμα, κάτω από τον καυτό ήλιο του Δεκαπενταύγουστου.

Και ήταν, ίσως και να ξαναγίνει, η μέρα αυτή, σαν να γκρέμιζε τις ανισότητες του κόσμου, σαν να σμπαράλιαζε τις διαφορές των ανθρώπων, ακριβώς λες και έβαζε πλούσιους και φτωχούς στο ίδιο τραπέζι, με λόγια απαλά, βελούδινα καλοκαιρινά και σκέψεις ανυποψίαστες, σε ένα γλέντι κοινό, πλατύ, όσο και τα χαμόγελα των ανθρώπων και οι φωνές των παιδιών.

Στην στάση αυτή, στάση του χρόνου, των τόπων, των πόθων και των κόπων, ένας ολόκληρος λαός, με ένα θρήσκευμα -έστω για μια μέρα- γένους θηλυκού, αγνώστου και τόσο γνωστού θεού, έβρισκε έναν ίσκιο παχύ να ξεκουράσει την ίδια την ζωή του. Να αναπαυτεί το μεροκάματό του, να γαληνέψει το κορμί του, να στρώσει πάνω στο κουρασμένο του μέτωπο μια δροσερή πετσέτα από την φρέσκια αλμύρα της πιο όμορφης θάλασσας.

Κι ύστερα, πάλι στην μάχη, στον αγώνα, στην επιβίωση, επιστροφή από τις όμορφες μυρωδιές κάποιου μοναδικού χωριού, στην ζούγκλα μιας ζωής βάρβαρης, ανταγωνιστικής, στα κρυφά μισητής, στα φανερά ουδέτερης και σχεδόν πάντοτε γρήγορα λησμονημένης.

Ο Δεκαπενταύγουστος, ακούραστος στο πέρασμα του χρόνου, όχι όμως όπως αποδεικνύεται και τόσο δεδομένος. Είναι αυτή η αλλόκοτη χρονιά, που γύρισε την πλάτη της στην κάψα της γιορτής, που χαμήλωσε τον ήχο της καμπάνας, που έσυρε την ανέμελη ραστώνη του, στα μπουντρούμια της πιο εποχικής -κυριολεκτικά- μελαγχολίας. Ζηλεύοντας θα λεγε κανείς την ομώνυμη ταινία, εκείνη που σημάδεψε τις μοναχικές γενιές κάποιων περιθωριακών καλοκαιριών.

Κι άνοιξε η γη, παραμέρισε ο χρόνος, για να καταπιεί όσα έτρεφαν γενιές καταπιεσμένων και τάξεις τόσο διαφορετικές, θάβοντας μια τόσο ζεστή γιορτή, στην ψύχρα μιας αποκρουστικής απόστασης. Φορώντας γάντια στα ηλιοκαμένα χέρια του, μάσκα στο φωτεινό χαμόγελό του, πλένοντας τον όμορφα ξεκούραστο ιδρώτα του, με προβλεπόμενο ζελέ αντισηψίας.

Ναι, είδος προς εξαφάνιση, πλάσμα προς αφανισμό, γη έρημη, θάλασσα αποστειρωμένη και χρόνος αόριστος, ένας Δεκαπενταύγουστος φετινός, παρασυρμένος, αγιόρταστος. Μια σύντομη ολιγομελής τελετή, καμιά μνήμη και με πνιγμένη ήδη ορμή. Δίπλα του, μια Ρωμιοσύνη και πέρα από αυτήν φοβισμένη, αμήχανη, λάθος εχθρική, σχεδόν γερασμένη.

Ακόμη και σε στάση κωματώδη, με την αναπνοή του βαριά κάτω από το βάρος μιας μάσκας χωρίς αέρα και ματιά, ο αγιόρταστος φετινός μήνας, ποστάρει το ανεπίσημο διάγγελμά του:

Σε αυτόν τον κόσμο, έτσι όπως τα φέραμε,

το μόνο δεδομένο είναι η μνήμη του

μα προλαβαίνουμε*

   

*Νίκος Καζαντζάκης