Η εκτέλεση της Ελένης Βαλλιάνου μέσα από τα λόγια της μητέρας της (15/8/1944)

Η εκτέλεση της Ελένης Βαλλιάνου μέσα από τα λόγια της μητέρας της (15/8/1944)

Ο γαλλικός Τύπος την χαρακτήρισε «νέα Ζαν ντ' Αρκ». Κόρη του Κεφαλονίτη πλοιοκτήτη Μαρίνου Βαλλιάνου, η Ελένη Βαλλιάνου εντάχθηκε στην γαλλική Αντίσταση και εκτελέστηκε για τη δράση της από τους Γερμανούς. Δεν λύγισε μέχρι το τέλος. Διαβάστε τη συγκινητική επιστολή της μητέρας της, Δανάης Βαλλιάνου, που περιγράφει με λεπτομέρειες το ιστορικό.

Στις 15 Αυγούστου του 1944, εκτελείται από τους Γερμανούς, στη Γαλλία, η , κόρη του Κεφαλονίτη πλοιοκτήτη Μαρίνου Βαλλιάνου.

Γεννήθηκε στο Παρίσι, και πέρασε τα παιδικά της χρόνια, με όλες τις ανέσεις στο Άσκοτ της Αγγλίας, όπου η οικογένειά της διατηρούσε ένα πολυτελέστατο σπίτι.

Το 1924 οι γονείς της μετακόμισαν στις Κάννες, και λίγα χρόνια αργότερα, η Ελένη ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Άσκοτ και μετακόμισε επίσης στο σπίτι των γονιών της.

Το σπίτι της Οικογένειας Βαλλιάνου, στις Κάννες

Έζησε μια ανέμελη ζωή κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Όμως, με το που ξεκίνησε ο πόλεμος, άρχισε να συμμετέχει στη γαλλική , μέσω του αντιστασιακού κινήματος «Μακί» της περιοχής της. Σύντομα αναδείχθηκε σε ηγετικό στέλεχος.

Μέχρι το 1941, γίνει τοπικός επικεφαλής του Τμήματος Κοινωνικών Υπηρεσιών του Maison du Prisonnier στις Κάννες – μια οργάνωση βοήθειας κρατουμένων που φρόντιζε τις οικογένειες και τα ορφανά των χαμένων και φυλακισμένων στρατιωτών.

Το 1943 η καταπίεση στο νότο αυξήθηκε καθώς οι Σύμμαχοι μπήκαν στη Βόρεια Αφρική, η Ιταλία συνθηκολόγησε και ο Γερμανικός Στρατός κατέλαβε την «Ελεύθερη» Ζώνη του Vichy, στη Γαλλία. Για την Ελένη, η βοήθεια που προσέφερε δεν ήταν αρκετή και γι’ αυτό προσχώρησε στην Αντίσταση.

Ενεπλάκη σε σε περισσότερες από μία επιχειρήσεις στήριξης των Συμμάχων βοηθούσε στη φυγάδευση Γάλλων αντιστασιακών, μέσω της Ισπανίας,  ενημέρωνε τους συμμάχους με μηνύματα για τις δραστηριότητες του γερμανικού στρατού.  Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για την απόβαση στην Προβηγκία, βοήθησε πολύ τους συμμάχους για τις κινήσεις του γερμανικού στρατού, κρύβοντας τα μηνύματα στο τιμόνι του ποδηλάτου της ή άλλες φορές, ίσως κάπως απερίσκεπτα το ραδιόφωνο, στο καλάθι που κουβαλούσε με το ποδήλατό της.

Στις 28 Ιουλίου 1944, σε μια εποχή που η ελπίδα άρχισε να αυξάνεται με βεβαιότητα για μια συμμαχική εισβολή, ένα αυτοκίνητο έφτασε έξω από το κτήριο όπου εργαζόταν η Ελένη. Σε αυτό βρισκόταν μια ομάδα Γάλλων, μέλη της Λεγεώνας των Γάλλων Εθελοντών κατά του Μπολσεβικισμού του πρώην κομμουνιστή βουλευτή Ντοριό που συνεργάζονταν με τις κατοχικές δυνάμεις με επικεφαλής, όπως ήταν φυσικό, έναν Γερμανό αξιωματικό

Διαβάστε την αφήγηση της σύλληψης, των βασανισμών και της εκτέλεσής της από την ίδια τη μητέρα της, Δανάης Βαλλιάνου:

«Στις 29 Ιουλίου 1944 στις 11.30, πέντε πράκτορες της Γκεστάπο φτάνουν στο «Center d’Entr» (Κέντρο Βοήθειας για τις οικογένειες και τα παιδιά των κρατουμένων)» που βρίσκεται στη Rue Teissere, Κάννες (Alpes Maritimes) Γαλλία – και συνέλαβαν την κόρη μου, Ελένη Βαλλιάνου, που εργαζόταν εκεί από το 1941. Η κόρη μου ήταν ενεργό μέλος της Αντίστασης και επίσης σύνδεσμος των Συμμάχων. Αυτοί οι άνδρες ανήκαν στην αντι-μπολσεβίκικη λεγεώνα WSS και δούλευαν για την Γκεστάπο. Ο αρχηγός τους ήταν ένας αδυσώπητος  αρχιβασανιστής. Την κόρη μου την είχαν καταδώσει κι αυτοί οι άντρες γνώριζαν ότι ήξερε τα ονόματα και τις διευθύνσεις πολλών της Αντίστασης. Επίσης ότι είχε στείλει επιστολές, μέσω των δικών της συνδέσμων, στο εξωτερικό και σε διάφορα μέρη της Γαλλίας. Η κόρη μου μεταφέρθηκε από αυτούς τους άνδρες στα κεντρικά γραφεία της Γκεστάπο στο Montfleury των Καννών. Την έβαλαν στην απομόνωση, σε ένα μικρό κελί. Κάθε μισή ώρα, αυτοί οι άντρες πήγαιναν στο κελί της για να την ανακρίνουν. Επειδή αρνιόταν να μιλήσει, την χτυπούσαν ανελέητα με μπαστούνια και τριπλά μαστίγια. Οι φυλακισμένοι σε γειτονικά κελιά την άκουσαν να ουρλιάζει όλη τη νύχτα.

Οι πράκτορες της Γκεστάπο ήρθαν στο σπίτι μας την ίδια ημέρα, στις 29 Ιουλίου, στις 12.30. συνέλαβαν τον άντρα μου κι εμένα. Δεν μας επιτρεπόταν να πάρουμε μαζί μας τσάντα ή ρούχα, μόνο τα μαντήλια μας! Ο επικεφαλής της ομάδας της Γκεστάπο, δεν επέτρεψε στην μητέρα μου, ηλικίας 80 ετών, με σοβαρό πρόβλημα υγείας, να δει γιατρό.

Δύο ένοπλοι πράκτορες παρέμειναν στο σπίτι! Το δωμάτιο της κόρης μου λεηλατήθηκε και όλα τα πολύτιμα αντικείμενα της κλάπηκαν από αυτούς τους άντρες. Μας μετέφεραν κι εμάς στα κεντρικά γραφεία της Γκεστάπο στο Montfleur, σε ένα κελί με επτά άντρες. Τη Δευτέρα, 31 Ιουλίου, μας μετέφεραν, μαζί με την κόρη μας, με φορτηγό, στο Grasse (κοντά στις Κάννες) στην κεντρική φυλακή. Με έβαλαν στην απομόνωση, σ’ ένα σιχαμερό, βρόμικο κελί, ακριβώς κάτω απ’ το δωμάτιο που γινόταν η ανάκριση. Το έκαναν επίτηδες, ώστε να μπορώ ν’ ακούω τα πάντα απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα. Πίστευαν ότι ίσως έτσι θα προέτρεπα την κόρη μου να καταδώσει τους συντρόφους της.

Όλο το απόγευμα, κάθε μισή ώρα, άκουγα τη φωνή του παιδιού μου να λέει: «Δεν ξέρω», μετά την άκουγα να λέει «Ω! Μην το κάνεις αυτό » και μετά να κραυγάζει με αγωνία. Έγδυσαν την κόρη μου μπροστά σε δέκα άντρες και τον αρχηγό τους, έκαψαν ολόκληρο το σώμα της με πυρωμένα σίδερα και σημάδεψαν τα μάγουλά της. Όταν με έστειλαν επάνω, η Ελένη δεν ήταν εκεί. Ο επικεφαλής μου ζήτησε να υπογράψω ένα κομμάτι χαρτί καταγγέλλοντας κάποιους φίλους μας Γάλλους, που πίστευαν ότι ήταν συνεργάτες των συμμάχων και επίσης να δώσω λεπτομέρειες για τη δουλειά του παιδιού μου. Όλα αυτά αρνήθηκα να τα κάνω. Τότε αυτό το γερμανικό κτήνος με χτύπησε επανειλημμένα στο πρόσωπο μέχρι που δεν μπορούσα να δω. Αργότερα με έστειλε στο κελί μου. Ο σύζυγός μου υπέστη την ίδια μεταχείριση. Μας είπαν ότι όλοι θα εκτελεστούν την επόμενη μέρα.

Το επόμενο πρωί, της 1ης Αυγούστου 1944, μας έβαλαν σ’ ένα κλειστό φορτηγό και μας μετέφεραν στη Νίκαια, στην έδρα της Γκεστάπο στο Cimiez (Trianon). Ήμασταν νηστικοί τρεις μέρες. Δεν μας έδιναν νερό και μας έβαλαν σε ζεστά και αποπνικτικά κελιά. Μας κράτησαν στο Trianon από τις 2.30 έως τις 6.30. Όλοι έπρεπε να υπογράψουμε με τα ονόματά μας. Στις 6.30 μας μετέφεραν μ’ ένα φορτηγό που φρουρούσε ένας άντρας με πολυβόλο, στη μεγάλη φυλακή της Νίκαιας (Νέες φυλακές). Μας έβαλαν σε διαφορετικά κελιά. Ήταν βρόμικα, γεμάτα κοριούς. Για κρεβάτια είχαμε σάκους από άχυρο, γεμάτους ψύλλους και ζωύφια. Χωρίς είδη υγιεινής, μόνο ένα δοχείο, μια μικρή σκουριασμένη βρύση και μια μικρή λεκάνη κάτω από αυτή για πλύσιμο και για να πιούμε. Σχεδόν καθόλου τροφή, εκτός από ένα μαύρο υγρό και ξινό ψωμί τρεις φορές την ημέρα. Κανένας εγκληματίας στην Αγγλία ή την Αμερική θα μπορούσε να ζήσει πολύ καιρό σε τέτοιες συνθήκες. Οι κρατούμενοι έπρεπε να καθαρίσουν τα κελιά τους χωρίς σαπούνι, πανιά ή δοχεία νερού, μόνο μια μισοσπασμένη σκούπα. Κανένας ιερέας και κανένας επισκέπτης δεν επιτρεπόταν να δει τους κρατουμένους. Το βράδυ, ανά διαστήματα, στρατιώτες έρχονταν και έριχναν φως στα πρόσωπά μας με ένα φακό.

Στις 6 Αυγούστου 1944, άφησαν εμένα και τον σύζυγό μου ελεύθερους. Πριν φύγουμε από την κεντρική φυλακή, πήγαμε στο κελί στο Trianon, για να περιμένουμε. Εκεί βρήκα την κόρη μου. Τα χέρια, τα πόδια, οι μηροί και ο λαιμός της έμοιαζαν με ωμό κρέας μοσχαριού και είχαν πρηστεί τρομερά. Τα πόδια της ήταν επίσης σε τρομακτική κατάσταση, καθώς την είχαν χτυπήσει άσχημα οι άντρες της Γκεστάπο και την επόμενη μέρα της είχαν προκαλέσει σοβαρά εγκαύματα. Δύο εγκαύματα στο μικρό συρρικνωμένο πρόσωπό της δεν μπορούσα καν να τα κοιτάξω! Με διέταξαν να φύγω από το κελί και δεν μου επέτρεψε ο στρατιώτης της Γκεστάπο να φιλήσω την κόρη μου. Δεν την ξαναείδα ποτέ! Επιστρέψαμε στο σπίτι μας στις Κάννες και λίγες μέρες αργότερα, ενημερωθήκαμε με μια φοβερή επιστολή από την κόρη μου ότι η Γκεστάπο επρόκειτο να μας φυλακίσει και πάλι μέχρι το τέλος του πολέμου, επειδή είχαμε παραπονεθεί για κακή μεταχείριση. Δεν το έκαναν, αλλά επιστρέψαμε στις Κάννες με λεωφορείο και οι συνεπιβάτες μας είδαν τα μελανιασμένα πρόσωπά μας και την κατάσταση που μας είχαν φέρει, κάτι που σχολίασαν (το γράμμα της κόρης μου είχε φυγαδευτεί από τη φυλακή)..

Στις 15 Αυγούστου η κόρη μου άκουσε ότι οι Σύμμαχοι είχαν κάνει απόβαση. Αυτό μου το είπε η συγκρατούμενή της, στο κελί, αργότερα. Αυτή η κυρία ήταν όμηρος καθώς ο σύζυγός της είχε ενταχθεί στην Αντίσταση, στο βουνό. Φαίνεται ότι μια φωνή έξω από τη φυλακή ανακοίνωσε την είδηση ​​ότι οι Αμερικανοί είχαν κάνει απόβαση στο Frejus. Η κόρη μου και η συγκρατούμενή της ξέσπασαν χαρούμενες. «Θα μας απελευθερώσουν», είπαν.

Η κόρη μου φαινόταν μεταμορφωμένη παρότι ανακρινόταν σχεδόν κάθε μέρα. Συχνά έπρεπε να περάσει όλη την ημέρα εκεί (στο Trianon). Δεν της έδιναν φαγητό για να εξασθενήσει το ηθικό της και να μειωθεί η αντοχή της.

Η κόρη μου αρνήθηκε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου να δώσει ονόματα ή διευθύνσεις στον ανακριτή της Γκεστάπο, καθώς ήξερε ότι αν το έκανε, θα είχαν συλληφθεί, βασανιστεί και εκτελεστεί εκατοντάδες άντρες που ανήκαν στην Αντίσταση και σε άλλες υπηρεσίες! Δεν μπορούσε να τους προδώσει. Μπορεί να είχε εξαντληθεί, δεν είχε άλλες δυνάμεις, αλλά το μυαλό της ήταν καθαρό. Την ίδια μέρα, στις 15 Αυγούστου, στις τρεις η ώρα, ένας στρατιώτης ήρθε να πάρει τη κόρη μου.

Αργότερα ένας άντρας που είχε ένα κομμάτι γης κι ένα μικρό σπίτι κοντά στο Ariane, έναν μικρό λόφο πάνω από τη Νίκαια, είδε ένα μαύρο φορτηγό να ανεβαίνει. Ο άντρας κλείστηκε στο σπίτι του. Τότε άκουσε τον ήχο των πολυβόλων και μετά των πυροβόλων όπλων. Το φορτηγό έφυγε και ο οδηγός ενημέρωσε την αστυνομία στη Νίκαια για νεκρούς στο Ariane. Στη συνέχεια βγήκε και είδε είκοσι τρία πτώματα να βρίσκονται εκεί, ενώ η κόρη μου, εκτός από τους πυροβολισμούς με αυτόματο, είχε και μια οπή στο πίσω μέρος του λαιμού της, από τη χαριστική βολή. Κοντά της κείτονταν τα άλλα θύματα: ένας ιερέας του οποίου το μόνο έγκλημα ήταν ότι είχε θάψει δύο άντρες της Αντίστασης, δύο αγόρια των 16 και 18 ετών, δύο νεαρές γυναίκες της Αντίστασης, ένας ξάδελφος του στρατηγού de Liter de Tassigny, ηλικίας 57 ετών, συνταξιούχος ταγματάρχης που χρησιμοποιήθηκε ως όμηρος για τον γιο του που είχε προσχωρήσει στην Αντίσταση και άλλοι μάρτυρες.

Η κόρη μου έφυγε από το σπίτι μας στις 29 Ιουλίου στις 10.30, χαρούμενη, υγιής και γεμάτη ζωή γιατί ήξερε ότι η απόβαση θα γινόταν σύντομα (σ.μ. αναφέρεται στην Απόβαση στην Προβηγκία που πραγματοποιήθηκε στις 15 Αυγούστου του 1944) . Επέστρεψε στις Κάννες στις 30 Σεπτεμβρίου, στο φέρετρο της, με τη γαλλική σημαία. Στο νεκροταφείο κοντά στο Ariane, υπάρχουν σειρές και σειρές τάφων και σε καθέναν από αυτούς είναι γραμμένο: Δολοφονήθηκε από την Gestapo (Assassiné par la Gestapo)».

Κεφαλονίτικα Νέα

Πηγές πληροφοριών: Le Maitron (maitron.fr, perfumefromprovence.com, Archives municipales de la ville de Cannes, war-experience.org/)