Εθισμός σε μια άδεια κατσαρόλα

Εθισμός σε μια άδεια κατσαρόλα

Συνηθίζουμε.... Το ρήμα της εποχής μας. Μια εθιστική μόνιμη παρόρμηση σε κάθε τι γκρίζο και μαύρο, μια αυτοκινούμενη συνήθεια ακόμη και στο άκουσμα μιας ανθρώπινης τραγωδίας, που φορά το περιβραχιόνιο του πένθους, αναλόγως του χρώματος μιας φανατικής, όσο και θανατικής εξουσίας.

Ένας απροσδιόριστος εθισμός, γιγαντιαίος στις διαστάσεις του σαν ένα τεράστιο σύννεφο πουνεντάδας που βγαίνει κοντά στο δειλινό πάνω από τον Μύρτο, δείχνει να έχει στοιχειώσει τις μικρές και ασήμαντες καθημερινότητές μας.

Άχρωμος στην όψη, με την πικρή γεύση μιας ανείπωτης ήττας, φαίνεται πως κατακλύζει κάθε σημείο του τωρινού, μέρα με την μέρα, ορίζοντα, προκαλώντας σμήνη παγωμένης αδιαφορίας να πετούν πάνω από τις αμήχανες προσοχές μας. Ακριβώς σαν κάποιους εκατοντάδες ανύπαρκτους γλάρους στο λιμανάκι μιας αμφιλεγόμενης και τόσο κοινότυπης γραφικότητας.

Συνηθίζουμε…. Το ρήμα της εποχής μας. Μια εθιστική μόνιμη παρόρμηση σε κάθε τι γκρίζο και μαύρο, μια αυτοκινούμενη συνήθεια ακόμη και στο άκουσμα μιας ανθρώπινης τραγωδίας, που φορά το περιβραχιόνιο του πένθους, αναλόγως του χρώματος μιας φανατικής, όσο και θανατικής, εξουσίας.

Συνηθίσαμε…. Στην απουσία ζωής, στα διατάγματα μέτρων λιτότητας, στην απατηλή αφαίρεση ακόμη και της ελάχιστης εκείνης ελπίδας μέσα από την τρύπια τσέπη μας, στην ληστρική απατηλή μέθοδο των χαμένων ευκαιριών, στις ουρές των εξαθλιωμένων βλεμμάτων, στα τύμπανα ανιστόρητων πολέμων, στο ξεπούλημα κάθε σπιθαμής ελεύθερου αέρα.

Συνηθίσαμε… Στις άκαρπες σπορές, στις γεννήσεις -ισμών, παραλογισμών και εφησυχασμών, στις σχιζοφρενικές αναθέσεις σε ξεπεσμένους και τόσο ξιπασμένους λιμοκοντόρους, που μετρούν τα δίδακτρα των ακριβοπληρωμένων κολεγίων τους πάνω στις εντεταλμένες καταδίκες ανειδίκευτων γενεών. Συνηθίσαμε στην αποκρουστική μυρωδιά της πιο μπαγιάτικης φρατζόλας ψωμιού, που σερβίρεται τηλεοπτικά ανάμεσα σε πτώματα και φτιασιδωμένους τηλε-αστέρες.

Συνηθίζουμε… Στο μέτρημα ενός χρόνου, με κοινό διαιρέτη το απόλυτο χάος. Στις πλημμύρες μιας επίσημης απανθρωπιάς, στην ξηρή εθνο-σωτήρια παλιανθρωπιά, που μεσιτεύει τις τύχες των λαών, με αντιπροσώπους καριέρας που αρπάζουν με περιφρόνηση μια θέση ΑμΕΑ, για να έχει σκιά το λερωμένο παρμπρίζ τους.

Συνηθίζουμε… στους ποικίλους, διάφορους, “αντ’ αυτού”, στους κομματάρχες καριέρας που ανοίγουν επιχείρηση σε τζάμπα δημόσια κτήματα και παραχωρημένους λιμένες, στους αγέλαστους αρχηγούς μιας γελασμένης αγέλης, στους αυτό-προβεβλημένους αντιδημάρχους ανυπόληπτων δήμων, στους πολιτευτές χλευαστικών δελτίων τύπων, στους απολίτιστους υπουργούς ενός τάχα πολιτισμού, στους εκπαιδευτές μιας εμμονής με απευθείας ανάθεση.

Συνηθίσαμε… σε μια χώρα εθιστική, συνάμα και εθισμένη, ταξικομανή που μισεί τους πολλούς, υπηρετώντας τους λίγους, που ζητιανεύει ελεημοσύνες στα περιθώρια των ελίτ, που θεσπίζεται στα σαλόνια με ακριβά κοκτέιλ, που μυρίζει ρετσίνα, εισαγόμενη κοπριά και ψεύτικο μέλι.

Συνηθίζουμε… μια πατρίδα με αυτόκλητους στρατούς κατά πεινασμένων λεγεώνων, με τηλεκατευθυνόμενες αρμάδες που κυνηγάνε επί χάρτου διάτρητες υφαλοκρηπίδες, που κλείνουν τα μάτια σε μια γη που έχει από καιρό λεηλατηθεί οικειοθελώς, ομοτράπεζη σε συμπόσια διεθνών πλιατσικολόγων.

Συνηθίσαμε… Σε ένα χρέος ηθικό, σε ανέντιμους κράχτες της δημοσίας Εδώ, σε ένα χειροκρότημα με τόνους αντισηπτικό, στην μυρωδιά της φορμόλης γύρω από το λαιμό, στο ακριβό μπρασελέ μιας υπουργού των θεσμών, που πετάει στον δρόμο χιλιάδες αναπληρωτών, μόνο και και μόνο, με τίμημα ένα παράβολο των τριών χωλό-ευρώ.

Συνηθίσαμε, σε έναν τόπο, χρόνο και βρόγχο κοινό. Με την μάσκα να ανεβοκατεβαίνει επιλεκτικά, πότε για να καλύψει το στόμα, πότε τη μύτη και τα αφτιά και πότε όλα μαζί, πότε με παρωπίδες και -φυσικά- αρκετά συχνά με ξυπόλυτες ελπίδες.

συνηθίσαμε

για εμάς να βράζει

αυτή η άδεια κατσαρόλα