Η Ευρυδίκη Λειβαδά για το βιβλίο της Λούκας Κατσέλη

Η Ευρυδίκη Λειβαδά για το βιβλίο της Λούκας Κατσέλη

Η Λούκα μέσα από το βιβλίο της πολιτικής της πορείας

Προσφορά, δημιουργία, απογοήτευση: το πρώτο τρίπτυχο το οποίο καθορίζει τον πολιτικό χρόνο της Λούκας. Κι ύστερα έρχεται το δεύτερο: επιμονή, ανόρθωση και πρόταση για λύση.

Η Λούκα δεν εργάζεται για την εφήμερη πολιτική της καταξίωση, αλλά γνοιάζεται για ολοκλήρωση του στόχου τού «ευ ζην» της όλης κοινωνίας, χωρίς διακρίσεις, και περιθωριοποιήσεις, και πάντα με αισιοδοξία.

Μέσα από το συγκεκριμένο έργο της, ημερολόγιο της πολιτικής πορείας ή και προσωπικό πολιτικό απολογισμό, όπου αποτυπώνεται η ικανότητά της στην γραφή, προσπάθησα να ακολουθήσω τις λαβυρινθώδεις δομήσεις των συναισθημάτων της και μέσω αυτών, να αναζητήσω το δικό της «δια ταύτα»: τη λύση που η ίδια προτείνει ως εθνική λύση/απάντηση. Ακόμα και στην επιλογή του τίτλου κρύβονται μυστικά συναισθήματα: πέρα από την μουσικότητα, πέρα από το ομοιοκατάληκτο (δίνες – ευθύνες), οι δυο αυτές λέξεις, διαλεγμένες με επιμέλεια, καθηλώνουν την προσοχή. Η «ευθύνη» έρχεται ως πλημμυρίδα. Η «δίνη» όμως απαντά μόνο μια φορά και μάλιστα σε τίτλο: «Στη δίνη της πολιτικής αρένας». Αυτό από μόνο του λέει πολλά.

Στέκει ανοικτή στην προφορική γλώσσα. Με συμπαγή γραφή και παρεμβολές ομιλιών και συνεντεύξεών της. Μιλά κατ’ ευθείαν στον αναγνώστη κι εκφράζει την άποψή της εκθέτοντας ψύχραιμα τα βιώματά της που αποτελούν ιστορικά γεγονότα. Παρουσιάζει πρόσωπα με τα οποία συνεργάσθηκε, χωρίς όμως να κριτικάρει την πολιτική τους σκέψη ή και πράξη. Διατρέχοντας όλο το έργο δεν βρίσκουμε την παρουσία αντιφάσεων ή αστάθειας στις κρίσεις της, ούτε και έντονους και χτυπητούς χαρακτηρισμούς. Ρίχνει διεισδυτική ματιά σε γεγονότα, ενώ αναπτύσσει τις δικές της θέσεις που, στο μεγαλύτερο μέρος τους, δεν έγιναν αποδεκτές κι ως εκ τούτου υλοποιήσιμες. Είναι προφανές ότι η παιδεία της στέκει ανασταλτικός παράγοντας για να εκφράσει αυτό, που κάθε ένας που νοιώθει αδικημένος, ή που του έχουν γκρεμίσει το για το κοινό καλό έργο του, θα εξέφραζε υπό το καθεστώς της έλλειψης δικαιοσύνης –όσο κι αν αυτή ειδωθεί υποκειμενικά-. Ως εκ τούτου σε όλο το έργο αυτό δεν θα βρεθεί ούτε ένα ειρωνικό ή σαρκαστικό σχόλιο. Δεν χαρίζεται σε κανέναν. Μιλά με σαφήνεια και παραμένει σε επίπεδο ευπρέπειας και σεβασμού. Ο λόγος της σε πολλά μέρη γίνεται δοκιμιακός. Σε ορισμένα σημεία η επιστημονική προσέγγιση του θέματος, φέρνει στην επιφάνεια έντονα, σπουδές και επάγγελμα. Σκοπός της εργασίας της, με την ευρύτερη έννοια, είναι να προσφέρει υπηρεσίες ό,τι και όσο καλύτερα μπορεί, έχοντας περάσει στο κοινωνικό εγώ, στην κοινωνική βελτίωση, απορρίπτοντας ιδιοτέλειες και εγωισμούς. Δεν επηρεάζεται από κρίσεις άλλων, ή ακόμη και από φόβους μήπως «εκπέσει του αξιώματος», ο αιώνιος φόβος των αδύναμων «πολιτικών» που η -κατ’ αυτούς- γοητεία της εξουσίας τούς αναγκάζει να χαμαιλεοντίζουν.

Κινείται μακριά από την επιφάνεια του ρηχού. Αφορμάται από ιδανική πολιτική. Βαθιά ερευνήτρια η ίδια της αρχαίας ελληνικής σκέψης, αλλά και των νέων ιδεών και ρευμάτων της σύγχρονης εποχής, γεγονός που προσωπικά γνωρίζω χρόνια τώρα, προσπαθεί να εφαρμόσει ό,τι καλύτερο κρίνει πως «οδηγεί την κοινωνία ένα βήμα πιο πέρα». (Άλλωστε αφιερώνει ένα κεφάλαιο στην προάσπιση των κοινωνικών δικαιωμάτων). Η ανατροφή της, οι επηρεασμοί της, η θέλησή της είναι εδώ, καταλυτική, έτοιμη να δημιουργήσει με δυναμισμό κάθε τι που μπορεί να αλλάξει ό,τι δεν καλύπτει διανθρώπινες και διαχρονικές αξίες. Κρατάει βαθιά στην ψυχή της έννοιες όπως η αξιοπρέπεια: μιλά για «πολιτική εθνικής αξιοπρέπειας», αξιοπιστία: «θα υποστήριζαν με αξιοπιστία την ανάληψη μιας προοδευτικής διακυβέρνησης», «κρίση αξιοπιστίας», «αμφισβήτηση αξιοπιστίας», ευθύνη: «η ευθύνη έγινε ακόμα μεγαλύτερη για εμένα», «συνειδητοποίησα ξανά την τεράστια ευθύνη της πολιτικής και πνευματικής ηγεσίας κάθε χώρας», «κοινωνική συνοχή και δημοκρατία», «σχέσεις εμπιστοσύνης», «κοινωνικές διεκδικήσεις», «μακρόχρονο κοινωνικό συμβόλαιο, που διαρκώς ανανεώνεται και ανατροφοδοτείται», έννοιες όλες τετριμμένες που όμως έχουν καταστεί δυσεύρετες όχι στο να ειπωθούν, αλλά στο να τους δοθεί -στην πολιτική σκηνή- η πραγματική διάσταση που κρύβεται στο άκουσμά τους. Για αυτό αναφέρεται συχνά στην αποτελεσματικότητα: «χρειάζεται αποτελεσματικότητα σχεδιασμού και δράσης, πολλή δουλειά και αναδιάταξη δυνάμεων», «… για την καταπολέμηση της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού αλλά και για τη βελτίωση της αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας του συστήματος κοινωνικών παροχών». Δεν αρνείται να αποδώσει ευθύνες και στον εαυτό της. Σε αρκετά σημεία το πράττει ανενδοίαστα. Δίνει μαθήματα πολιτικής και προτείνει λύσεις: «…μακρόπνοες πρωτοβουλίες απαιτούν τη σύμπραξη δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, τον στρατηγικό σχεδιασμό, τη διασφάλιση της απαραίτητης χρηματοδότησης και την αποτελεσματική διαχείριση. Τα δυναμικά συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας είναι σημαντικά. Δεν τα έχουμε αξιοποιήσει ούτε σε περιφερειακό ούτε σε εθνικό επίπεδο. Αυτή είναι και η μεγάλη πρόκληση μπροστά μας, αν δε θέλουμε να αντιμετωπίσουμε στο μέλλον παρόμοιες κρίσεις».
Σχεδιάζει, αγωνίζεται («την πρώτη μάχη την κέρδισα, τουλάχιστον προσωρινά…» «την δεύτερη την έχασα από την αρχή»). Δεν απογοητεύεται εν τέλει. Σήκωσε φορτίο στον ώμο της κι άνοιξε δρόμο με νέες ιδέες. Κι αν σε κάποια σημεία διαγράφεται απογοήτευση («δυστυχώς δεν κράτησε την υπόσχεσή του» λέει για τον Παπανδρέου «αν και δεσμεύθηκε»), αμέσως ορθώνεται και υλοποιεί ό,τι προλαβαίνει να υλοποιήσει από τις θέσεις ευθύνης που της προσφέρονται. Για όσον χρόνο τής προσφέρονται. Για τους ανθρώπους τού σήμερα. Τους γνωστούς. Δίνει μεγάλη βαρύτητα σε αυτούς: «…έθεσα ως προτεραιότητα του υπουργείου την προάσπιση βασικών κοινωνικών δικαιωμάτων και κυρίως του δικαιώματος στην εργασία, στην τροφή, στη στέγη και στην ισότιμη πρόσβαση σε ποιοτικές υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας για όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως φύλου, οικονομικής κατάστασης, χώρας προέλευσης κτλ». Άλλωστε, πώς είναι δυνατόν να ενδιαφέρεται για μελλοντική πρόοδο, ακαθόριστη, άγνωστη, όταν υπάρχει αδιαφορία για τους ανθρώπους που κινούνται ανάμεσά μας, τους υπαρκτούς, των οποίων, η σημερινή πολιτική περιορίζει πολλές φορές και τα στοιχειώδη με σκοπό να απολαύσουν (😉 τα αγαθά σε κάποιο… μέλλον, αβέβαιο για τους περισσότερους. Η Λούκα ενεργεί για τους ανθρώπους τού παρόντος. Για την διακυβέρνηση του σήμερα. Εργάζεται στο σήμερα, στον τωρινό χρόνο, χωρίς όμως να μην αποβλέπει και σε ένα εντελέστερο αύριο το οποίο, την ευημερία τού σήμερα την θεωρεί θεμέλιο λίθο. Το εντελέστερο αύριο της Λούκας απέχει πολύ από τη μυθοποιημένη, οργισμένη και βίαιη θα έλεγα, ανάπτυξη που το κερδοφόρο μονοπώλειό της έχει στοιχίζει -και στοιχίζει- στην ανθρωπότητα πολλά δεινά. (Κι αυτός ακόμη ο τρόμος που βιώνει σήμερα ο κόσμος από άκρη σε άκρη, είναι αποτέλεσμα της αχόρταγης προοδευτικότητας και του επιδεικτικού κομφορμισμού). Το εντελέστερο αύριο της Λούκας έχει όνομα: συμφωνία σε εθνικό πλαίσιο για το εθνικό καλό. Σε μια εποχή που η λέξη αυτή ενοχλεί την Δυτική ελίτ και τους ακολούθους της, η Λούκα μελετά όλες τις εμπεριστατωμένες γνώμες, χωρίς να απορρίπτει καμμιά –καλή ή κακή-, χωρίς να ακυρώνει κανέναν. «Χτενίζει» αυτές τις βαρύνουσες απόψεις και συνθέτει –αυτή είναι κατά την γνώμη μου η μαγική λέξη, το «δια ταύτα» της Λούκας- δίνοντας μέσα στην αντικρουόμενη πολυφωνία, ενιαίο πλαίσιο όπου μπορεί να κινηθεί, να δράσει, να δημιουργήσει η εθνική μας οντότητα: η πατρίδα μας.
Η εξέλιξη, παράλληλη με την οικονομική διάσταση, δημιουργεί πλούτο. Η δημιουργία του όμως δεν είναι συνώνυμη με την μείωση της δυστυχίας της φτώχειας. Η φτώχεια δεν εξαφανίστηκε από την ανάπτυξη. Απλώς, η ανάπτυξη …εκμοντέρνισε την φτώχεια. Της έδωσε σύγχρονες διαστάσεις. Άλλες. Την έβαλε σε σημερινά πλαίσια τα οποία ορίζονται από τις συνιστώσες του «απαλού» περιορισμού της ελευθερίας και της ισοπέδωσης / αναστολής των διαχρονικών αξιών. Έτσι η φτώχεια έχει κατασταθεί πολυδιάστατη. Η κάποτε λιτή κοινωνία των Ελλήνων δελεάστηκε από τον δυτικό τρόπο καταναλωτικής ζωής, εκτροχιάστηκε, και μετασχηματίστηκε σε κοινωνία μνημονίων, οδύνης και φθαρμένων αξιών. Εδώ ακριβώς στόχευσε η Λούκα. Από όποια θέση κλήθηκε να υπηρετήσει την πολιτική της Ελλάδας, πάντα το βλέμμα της ήταν στραμμένο εκεί: στην προάσπιση του δημόσιου συμφέροντος που καλύπτει το τρίπτυχο: βιώσιμη ανάπτυξη, κοινωνική συνοχή και προστασία ανθρωποκεντρικού και πολιτισμικού περιβάλλοντος. Κέντρο της ο Άνθρωπος, η καλυτέρευση των συνθηκών διαβίωσης των αδυνάτων, αυτών που η ισχυρή και ρέουσα Ανάπτυξη γέννησε. Παράλληλα όμως σχηματίστηκε κι η αρχή των δικών της ενδοκυβερνητικών αντιπαραθέσεων και συγκρούσεων: στην οικονομική πολιτική, στις τράπεζες, στα φάρμακα, στις εργασιακές σχέσεις με τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Πίσω από αυτά, η «Τρόϊκα». Όλοι οι τομείς αλληλοεξαρτώνται επιτυγχάνοντας την ανάπτυξη της δύναμης των μεγάλων επιχειρηματιών, ενός ανίκητου οργανισμού, που με την σειρά του καθορίζει την πολιτική των κρατών μέσα στην αειφάγο παγκοσμιοποίηση. Κι έτσι, αντί η Πολιτική να σχεδιάζει και να οδηγεί την Οικονομία, έχουμε το γεγονός η Οικονομία να προηγείται της Πολιτικής και να την ποδηγετεί. Οι λαοί ασφυκτιούν κι οι πολιτικοί που έχουν όραμα ασφυκτιούν μαζί τους. Η πορεία αυτών των πολιτικών ακολουθεί τροχιά διαττόντων αστέρων. Επιτυγχάνουν μια «επανάσταση» που φέρει το όνομά τους, μέχρι να τους την σβήσει ο εξουσιάζων και θριαμβεύων πλούτος –για την ώρα-. Έτσι λοιπόν ήρθε η μεγάλη και καθοριστική σύγκρουση τής Λούκας για το Β’ μνημόνιο.
Η ανάπτυξη στην οποία η Λούκα στοχεύει –κι όλοι οι πολιτικοί σαν την Λούκα- δεν είναι μια γραμμική εξέλιξη, αλλά μια διαρκής βελτίωση που διαμορφώνει και πολλαπλασιάζει το «ευ ζήν». Αυτή η διαρκής βελτίωση, πολυκύμαντη θα λέγαμε καθώς εμπεριέχει και την ευχέρεια για διόρθωση σφαλμάτων -όπως η ίδια την βλέπει και την χαρακτηρίζει-, αναμφίβολα διηθείται μέσα από την περί δικαιοσύνης και ηθικής συνείδηση και πολλές φορές την φέρνει αντιμέτωπη με πρόσωπα που βλέπουν το ίδιο θέμα μέσα από το δικό τους πρίσμα, εκ διαμέτρου αντίθετο με το δικό της, και ως εκ τούτου έρχεται αντιμέτωπη με πολιτικές γραμμές από αυτές που το πολιτικό μεγαλούργημα των Ελλήνων, η δημοκρατία, καταδικάζει καθώς μέσα στο ίδιο το Σύνταγμα τονίζεται το: «(ψήφος) κατά συνείδηση» (άρθρα 51 παρ. 2 και 60 Σ.) και όχι μάντρωμα ομαδόν, κοινή επιφοιτήσει πνεύματος! Άς μην ξεχνάμε άλλωστε, πως το λεπτό αυτό σημείο, έφερε την Λούκα – κι όχι μόνον αυτή, αλλά και άλλους αδέσμευτους- εκτός … κόμματος! Η πολιτική ορθοπραξία, η διαφάνεια, η ποιοτική και χρηστή διακυβέρνηση παραμένει για όλους αυτούς τούς πολιτικά «αποδιοπομπαίους τράγους» ο ανώτατος στόχος στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Η πολιτική αντιπαράθεση είναι αναγκαία για την δημοκρατία. Όχι όμως ο πολιτικός διωγμός, αυτό το συνώνυμο του αυταρχισμού.
Αν και τις τελευταίες δεκαετίες μοιάζει πως έχουν καταναλωθεί τα πνευματικά αποθέματα, η Λούκα συνεχίζει να εκτιμά δυο από τις αρχαιότερες ελληνικές λέξεις: «άριστον» και «αγαθόν» και παραμένει οπαδός του ευριπίδειου: καλότυχος όποιος απόκτησε γνώση για τον κόσμο . Η παιδεία, το ήθος και η πνευματικότητα τής δημιουργούν αγωνίες και ευαισθησίες. Η ίδια σημειώνει: «Αξίες, γνώση και εμπειρίες διαμορφώνουν την προσωπική ματιά του καθενός μας όσον αφορά τα γεγονότα και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ιστορία, ενεργούμε και προδιαγράφουμε το μέλλον. Γι’ αυτό και η «αλήθεια» δεν είναι ποτέ μονοδιάστατη».
Άνθρωποι παρουσιάζονται εκείνο που δεν είναι. Η Λούκα παρουσιάζεται εκείνο που είναι, αν και πολλές φορές, πολιτικοί «φίλοι», «φίλια» ΜΜΕ, επιμένουν να την παρουσιάζουν εκείνο που δεν είναι. Κι έχουν λόγο να το κάνουν: όταν η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση χαμήλωσε, η Λούκα ξεχώρισε γιατί δεν είχε συμφιλιωθεί με μεσοβέζικες λύσεις για να κρατηθεί στην πρώτη γραμμή του πολιτικού στερεώματος. Δεν την ενδιέφεραν οι συνέπειες της «παρακοής» της. Ούτε της έλειψε η ανταμοιβή από την ελίτ της Δύσης και των οπαδών της με δόξες και τιμές.
Εν κατακλείδι, δεν είναι το όλο έργο μια γυναικεία προσέγγιση γραφής στην πολιτική –κατά την γνώμη μου-. Είναι μια προσέγγιση πανανθρώπινη στην πολιτική, που όμως έχει μια διάσταση την οποία οι Ευρωπαίοι «εταίροι» μας αποσβήνουν –ή προσπαθούν να αποσβήσουν- παντοιοτρόπως: την εθνική, την πατριωτική. Κι αυτό, κατά την γνώμη μου, ετούτον τον καιρό της αποτυχημένης, αλλά εμμένουσας αμαλγαματοποίησης, είναι ύψιστο. Ο ένθερμος ευρωπαϊσμός, κρύβει εντέχνως τον γερμανικό –με τον σύγχρονο Άξονά του- ιμπεριαλισμό που μακρόχρονα σχεδιάζει έρποντας σιωπηλά, καταστρατηγεί κάθε λογής όρια, αποδυναμώνει λαούς, διαλύοντας εθνικές ταυτότητες. Ο λαός που γέννησε κι άνδρωσε τον ναζισμό, πάντα θα στέκει εχθρικά απέναντι σε αυτόν που γέννησε κι άνδρωσε τη δημοκρατία. Εδώ υπάρχει και σήμερα το ζητούμενο για εμάς, τους «αδύναμους»: η στήριξη της εθνικής αυτοτέλειας και της εθνικής συνείδησης. Αυτό ακριβώς προτείνει η Λούκα μέσω χρηστής εθνικής/πατριωτικής διακυβέρνησης σε μια Ευρώπη ισότητας των λαών.
Κλείνοντας, επιτρέψτε μου να κάνω μια πολύ προσωπική τοποθέτηση. Όσο ζω την πολιτική εκ του σύνεγγυς, όσα χρόνια ξέρω τη Λούκα –κι είναι πάρα πολλά-, μέσα στην πολιτική σκηνή, μέσα από τις δικές της θέσεις για αυτήν την Πολιτεία, για τον Άνθρωπο, μέσα κι από αυτήν ακόμη την καθημερινότητά της, είμαι απόλυτα βέβαιη πως δεν ανήκε, ούτε ανήκει σε κανένα κόμμα –όπως είναι διαμορφωμένα, με τείχη υπερυψωμένα και ανούσια και αναποτελεσματική αντιπολίτευση για το θεαθήναι. Ανήκει σε έναν χώρο που τον καθορίζουν σαφώς οι πανανθρώπινες αξίες και οι αταλάντευτες πολιτικές αρχές τής δικής μας αρχαιοελληνικής γραμματείας.

«… Η γη έχει σχιστεί με πνοή προφητική.
… η Σίβυλλα με τη λατινική μορφή
κοιμάται ακόμη κάτω από την αψίδα του Κωνσταντίνου …
…Θα ξαναγυρίσουν οι δικοί σου θεοί που γι’ αυτούς δάκρυα χύνεις πάντα.
Ο χρόνος θα επαναφέρει την τάξη των παλαιών ημερών» .

Άλλωστε, συμπληρώνω, ο χρόνος διαγράφει πάντα κυκλική πορεία. Διδάσκει κι επανέρχεται.