Φόρα τη μάσκα σου, έχουμε έναν πόλεμο να κερδίσουμε μωρό μου.

Φόρα τη μάσκα σου, έχουμε έναν πόλεμο να κερδίσουμε μωρό μου.

«Και με φοβίζουν όσοι δεν φοβούνται τον θάνατο, μου δίνουν την εντύπωση πως δεν αγάπησαν ποτέ τη ζωή.»

Φυσικά και φοβάμαι.
Απ την πρώτη στιγμή.
Άνετη δεν υπήρξα ποτέ στη ζωή μου. Ελεύθερη υπήρξα και υπάρχω.

Και μια ωραία πρωία ξύπνησα και μου είπαν άλλαξαν τα δεδομένα, όχι δηλαδή πως δεν αρρωσταίναμε και πρώτα ή δεν υπήρχε πάντα ο φόβος να ξυπνήσεις ένα πρωί με αυτοάνοσο (η αφεντιά για παράδειγμα στα τριάντα πέντε μου), με καρκίνο, με λοιμώξεις βαριές, με καρδιολογικά προβλήματα, να σε χτυπήσει τρένο.

Αλλά ξαφνικά, γίναμε όλοι εν δυνάμει μελλοθάνατοι, αδύναμοι και κυρίως άκαμπτοι μπροστά σ ένα μονοκύτταρο σαμιαμίδι.
Καλυφτείτε στα χαρακώματα μας είπαν, ο «εχθρός» βρίσκεται παντού, είναι αόρατος και συλλήβδην ραδιούργος. Τουτέστιν, δηλητηριάζει τον αέρα αλλά πιο πολύ τις ελπίδες μας.

Αγγίζοντας, μυρίζοντας, φιλώντας, αγκαλιάζοντας, στις συναναστροφες μας, στα γέλια μας, στον πόνο μας, στα γιορτινά μας τραπέζια, στις συναυλίες μας, στους χορούς μας, στο δρόμο, στο πόθο μας, στο σχολείο, στην αγορά, στη θάλασσά, στο αεροδρόμιο, στο λιμάνι, στον φούρνο, στα δημόσια ουρητήρια.

Σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά, να που μας έλαχε.

Συνήθως έτσι πάει. Φτύνεις τον κόρφο σου κι εκεί ακριβώς που ανασαίνεις, τσουπ, έρχεσαι αντιμέτωπος με τον πιο άκυρο σου φόβο.
Συνωμοσίες, παραμύθια της Χαλιμάς, αποδιοπομπαίοι τράγοι, ευθύνες, ανευθυνότητες, τρομοκρατία μαζών, μασκοφόροι εκδικητές και σωτήρες, νεκροτομία, ο μεγάλος αδελφός παρών, τρυπωμένες ζωές, μανιφέστα για υγιεινή ζωή, αντικαταθλιπτικά, βλαβερές συνέπειες αναπνοής, κωδικοί μεταφρασμένοι σε ατομική σεσημασμένη ωριαία έξοδο, καχυποψία, θυμός, ήττα, διαλυμένα σπίτια, άδεια πορτοφόλια και η χώρα ψευτοόαση προορισμών «ήλιος, θάλασσα, μουσακάς και covid free area».

Φυσικά και φοβάμαι.
Έχω γονείς,
έχω παιδιά,
έχω αδέλφια,
έχω αγαπημένους,
έχω εεσένα, έχω κι εμένα.

Ο μπαμπάς μου καθαρίζει καρπούζι και ταΐζει την ανιψιά μου,
η μάνα μου ανοίγει φύλλο με την κόρη μου,
ο γιος μου παίζει μπάλα,
η γειτόνισσα απλώνει,
τα παιδιά στο δρόμο κάνουν αγώνα αντοχής με τα ποδήλατά τους,
ένα ερωτευμένο ζευγάρι διασχίζει τον δρόμο αγκαλιασμένο,
μια γιαγιά πλέκει στα σκαλιά της αυλόπορτας της,
ένα κορίτσι σερβίρει κοκτέιλ και χαμογελά,
καλοκαιρινά τραπεζώματα στην αυλή, φίλοι που έρχονται και φεύγουν, ταξιδιώτες, βραδινά μπάνια, λήγει η βάρδια, αύριο πάλι, σχέδια για το μέλλον, φοιτητές στο πρώτο έτος, μια μάνα νανουρίζει το μωρό της στην παιδιατρική κοιτώντας έξω στον ήλιο που πυρώνει, κυκλωτικοί χοροί για ανταμώματα, συναυλίες στα γκρεμισμένα τείχη του κόσμου, οκτάωρο εξαντλητικά, γαμοτράγουδα, τσακωμοί, έρωτες μέχρι τρέλας, ούζο με μεζέ στην ακροθαλασσιά, αφίξεις ξενιτεμένων, αφρόλουτρα που μοσχοβολούν φράουλα, η σελήνη χρωματίζει τη γη, χαρίζοντας της μια μέρα ζωής ακόμη, χαμένοι θησαυροί, κόκκινες φλέβες, χρυσοκέντητα ηλιοβασιλέματα, ζωή που θέλει να φτιάξει αναμνήσεις στο «τώρα» της.

Ασφαλώς και φοβάμαι.
Φοβάμαι μπας και χάσω την αυλή του παραδείσου σε τούτο τον γήινο κόσμο, ένα δευτερόλεπτο το πέρασμά μου.
Και με φοβίζουν όσοι δεν φοβούνται τον θάνατο, μου δίνουν την εντύπωση πως δεν αγάπησαν ποτέ τη ζωή.

Και πρέπει να λειτουργήσω σα μονάδα, επιτέλους, μια φορά στη ζωή μου, ώριμα και αντρίκια. Να ανοίξω μια χαραμάδα να ανασάνω, να κλάψω, να μην κλαίγομαι πια, τόσες γενιές πριν από μένα, πόσες ζωές χαμένες, πόσο άδικο χτύπησε την πόρτα τους, «η κάθε γενιά με το άδικο και την ομορφιά της», έλεγε η γιαγιά μου.

Τούτο μας έλαχε. Κοίτα να δεις πως τα φέρνει η ρουφιάνα η ζωή…  Γίναμε εμείς, εκείνοι οι «μα γιατί δεν κάθονται σπίτι τους να πολεμήσουν».

Βάλε τη μάσκα σου, μην περιμένεις από κανέναν, σώσε όσους πιο πολύ μπορείς, γάμα την πολιτεία, ποτέ δεν ήταν με το μέρος σου, κοίτα να φροντίσεις εκείνον που είναι δίπλα σου, έπειτα τον πιο δίπλα, τον πιο δίπλα κ.τ.λ. κ.τ.λ…
Αθάνατη, σπαρτιατική φάλαγγα…

Ναι φοβάμαι.
Κι οι Σπαρτιάτες φοβούνται καμιά φορά.

Φόρα την μάσκα σου,
έχουμε ένα πόλεμο να νικήσουμε μωρό μου.