Η γελαστή εξέγερση των γελασμένων.

Η γελαστή εξέγερση των γελασμένων.

Δημιουργώντας πατρίδες ανεπαρκείς, λαούς ελλειπτικούς, κοινωνίες άδειες, επεκτείνοντας στα τόσα-όσα μίλια, θαλάσσια οπλοστάσια και χερσαία χαρτοφυλάκια με πλεονάσματα κάθε λογής κλοπιμαίων αποθεμάτων.

Ούτε στα σπουδαιότερα εγχειρίδια της κοινωνικής θεωρίας και στις κορυφαίες αναφορές της επαναστατικής… τέχνης, δεν μπόρεσε να προβλεφθεί εκείνη η κοινωνική τάξη που πέρα από ιδεολογικούς, πολιτικούς και οικονομικούς ορισμούς, έξω από ιστορικά, εθνικά και ταξικά χαρακτηριστικά, έφτασε σήμερα να αποτελεί τον κυρίαρχο κορμό ενός αδυσώπητα λυσσαλέου “γίγνεσθαι”.

Χωρίς καμιά πρόθεση, πόσο μάλλον σκοπιμότητα, να αφαιρεθεί από το “μεδούλι” της ιστορίας η καταλυτική, αλλά και αξιακή παρουσία της πάλης των τάξεων, των κοινωνιών και των λαών στην ίδια την εξέλιξή της, μόνο μια φαντασία στα όρια του παντελώς εξωπραγματικού, θα μπορούσε σε ανύποπτο χρόνο να προσεγγίσει και στην συνέχεια να οριοθετήσει μια σημερινή πραγματική και συντριπτικά πλειοψηφική τάξη του λαού και της κοινωνίας που στέκει… αγέλαστη στους ασφυκτικούς διαδρόμους ενός αδιέξοδου και βασανιστικού λαβύρινθου.

Είναι η ανά τον κόσμο “γελασμένη” τάξη. Μια τάξη-θύμα μιας απροσδιόριστης, ανώνυμης σχεδόν και απρόσωπης επίθεσης αποτέλεσμα οικονομικών και γεωπολιτικών μεγεθύνσεων, μια ολόκληρη κοινωνική τάξη γελασμένων πλειοψηφιών, πολιτικοί απόγονοι των διαχρονικά καταπιεσμένων και αδικημένων κοινωνικών περιθωρίων, που αμήχανα σήμερα και εντελώς ασυναίσθητα (προς στιγμή) αποτελούν τον κατεβασμένο μοχλό μιας σβηστής μηχανής. Μιας μηχανής χωρίς σπινθήρα, έρμαιο οικονομικών αναταράξεων και πολιτικών ή και γεωπολιτικών ανακατευθύνσεων.

Με την α-πολίτικη επιδεξιότητα της πολιτικής απάτης, την προπαγανδιστική κοροϊδία και το τέχνασμα του τρόμου και της απειλής να έχει υποκαταστήσει ακόμη και τις θεμελιώδεις και διακριτές, όσο και μεταξύ τους πολέμιες, αρχές και αξίες “δοκιμασμένων” ή και ουτοπικών… μοντέλων, οι συμφεροντολόγοι μηχανογράφοι της σημερινής τραγωδίας πατούν πάνω στις γελασμένες ματιές αυτής ακριβώς της “έξω από την ιστορία” τάξης για να οικοδομήσουν τον ελιτίστικο και βαθιά αλαζονικό κόσμο τους. Και τα καταφέρνουν…

Δεινοί, όσο και συγκαλυμμένοι καταπιεστές, αποικιοκράτες με ηλεκτρονικά μέσα 4G (και που είσαι ακόμη) χειραγώγησης, υβριστές της ιστορικής νομοτέλειας, κανονικά απάνθρωπα κτήνη, κατακτητές μέσα από ύπουλες, παρασκηνιακές, συχνά εικονικές και κατευθυνόμενες “νίκες”, σπέρνουν την αχόρταγη, παρανοϊκή και αυταρχική βουλιμία τους, εκεί που κάποτε λαοί ολόκληροι και κοινωνίες γένναγαν τους καρπούς της ζωής, της επιβίωσης, της δημιουργίας.

Κι από κάτω, πάντα από κάτω, πληθυσμοί ολόκληροι μελλοντικών απόκληρων ή και τωρινών περιθωρίων, μιας κοινωνίας ή ενός λαού που εθίστηκε σκόπιμα στο απατηλό ψέμα της ήττας και της μοιρολατρίας, να κουνούν αποσβολωμένοι τα σιωπηλά βλέμματα στο κούνημα ενός δακτύλου που μπορεί χωρίς κανένα κόπο και κόστος να αλλάζει την ροή της ζωής, της τροφής, του νερού, της ενέργειας, της γλώσσας, του πολιτισμού, των συνόρων, της ίδιας της θάλασσας και του αέρα. Δημιουργώντας πατρίδες ανεπαρκείς, λαούς ελλειπτικούς, κοινωνίες άδειες, επεκτείνοντας στα τόσα-όσα μίλια, θαλάσσια οπλοστάσια και χερσαία χαρτοφυλάκια με ματωμένα πλεονάσματα κάθε λογής κλοπιμαίων αποθεμάτων.

Όσοι/ες σε άλλες πιο… συγκεκριμένες εποχές αποτόλμησαν να παίξουν, γελώντας μάλιστα την ιστορία, με το αίμα καταπιεσμένων γενεών, όσες παροχές στην συνέχεια κι αν αναγκάστηκαν να χαρίσουν στους εξεγερμένους σκλάβους ενός κάποιου-κάποτε ξεσηκωμού, η βολή τους δεν έμεινε ποτέ ασφαλής. Κι αν τάξεις ολόκληρες ή… μισές (δεν) έφτασαν ποτέ (ή μόνο για λίγο) στον Παράδεισο, το ιστορικά κατοχυρωμένο ένστικτο της επιβίωσης και της προσπάθειας, ποτέ δεν έμεινε για πάντα… σβηστό. Όποιες κι αν ήταν οι συνθήκες ή οι δυσκολίες.

Κι αν πράγματι στο… ενδιάμεσο ενός χρόνου ανιστόρητου και συνάμα εχθρικού η γελασμένη τάξη δείχνει να έχει κουρνιάσει στην αγέλαστη αδυναμία μιας ολόπλευρης και πολυμέτωπης ήττας, η γελαστή εξέγερση τόσων και τόσων γελασμένων, όσο κι αν αργεί, πάντως θα έρθει. Μπορεί σιωπηλά, μπορεί όμως και ακόμη πιο απλά, με ένα αληθινό ζεμπέκικο.