H θάλασσα είναι γένους θηλυκού

H θάλασσα είναι γένους θηλυκού

«...ο ήλιος είχε βασιλέψει και από κάπου, ήρθε στ αυτιά μου ένα μινόρε σαν εκείνα που μου τραγουδούσε ο Κεφαλονίτης παππούς μου, έναν Αύγουστο σε μια αυλή γεμάτη άγουρα σταφύλια και σύκα.»

Πήγα στην θάλασσα του Μύρτου, μέσα Αυγούστου.

Σπάνια κολυμπώ στον Μύρτο Ιούλιο και Αύγουστο, βλέπετε τον αντικρίζω τριακόσιες εξήντα μέρες το χρόνο, στη διαδρομή Πύλαρο – Αργοστόλι δέκα χρόνια σχεδόν και τον έχω δει σε κάθε φάση του, σε κάθε παύση σου, σε κάθε ανάσα σου, στον θυμό, στη νηνεμία, στη τρικυμία, να τον βασιλεύουν οι άνεμοι, απέραντο, τρομακτικό, εκθαμβωτικό κι έρημο.

Έτσι, όταν γεμίζει με ντουνιά από τα πέρατα της γης, που εκστασιάζονται στη θέα του ήλιου του, όταν δύει και στα ορμητικά νερά του, κάνω ένα βήμα πίσω, νιώθω πως δεν χωράω εκεί, δεν μου μοιάζει με πλαζ αυτό το γαλανό κοίτασμα ωκεανού, οι χαρούμενες φωνές των λουόμενων σκεπάζουν τον αναστεναγμό και το τραγούδι του, απ την άλλη πάλι, το θαύμα είναι εδώ για να το χαρίσεις, όχι μόνο να το μοιραστείς, αλλιώς τι νόημα να έχει άραγε η ύπαρξή του, αλλιώς.

Φέτος στα χρόνια της αρρώστιας πήγα να κολυμπήσω απόγευμα στον Μύρτο, μέσα του Αυγούστου, τον μήνα που καταλύεται η θρησκεία, το πολίτευμα, εξυψώνονται τα πάθη και οι μαθηματικοί αλγόριθμοι χάνουν στο μέτρημα.

Που υπάρχει μια σταθερά και μόνο: Ενός γαλάζιου νησιού και μιας ζωής που ονειρεύεσαι 355 μέρες το χρόνο. Για να ζήσεις δέκα μέρες ανθρώπινα πάνω στην άμμο, ξυπόλητος και ξάφνου να μοιάζεις και να είσαι αυτάρκης.

Έκανα μια γρήγορη βουτιά κι έπειτα βγήκα και κάθισα στην παραλία. Κόσμος ανάκατος, κόσμος παντού, όλες οι ηλικίες, όλες οι ράτσες, όλα εδώ. Η μητρόπολη μετακόμισε στο χωριουδάκι που νανουρίζεται η θάλασσα του Μύρτου. Κάθισα, άναψα ένα τσιγάρο και κοιτούσα σχεδόν αδιάκριτα.

Δίπλα σε μένα, ξαπλωμένο ένα κοριτσάκι, ίσαμε τριών ετών με τα γόνατα γρατζουνισμένα και κόκκινα, είχε αποκοιμηθεί με κεφάλι της προσκέφαλο στη θάλασσα, ανάσαινε απαλά, κανένας ήχος και φασαρία δεν τάραζε την γαλήνη του παιδικού απογευματινού ήλιου, ένα θαύμα να το βλέπεις, η ζωή να νανουρίζεται έτσι. Δίπλα της ο μπαμπάς της, συνομιλούσε με κάποιον στο τηλέφωνο απαριθμώντας τις «κωλάρες» που έβλεπε, σβήνοντας τα τσιγάρα του στη υγρή χοντρή άμμο. Στα αριστερά μου ένας γιος με τη μάνα του. Ο γιος καμιά τριανταριά χρονών η μάνα καμιά εξηνταριά. Της έστρωνε την πετσέτα βγάζοντας τα μεγάλα θαλασσινά γουλιά, εκείνη φορούσε μεγάλα σκουλαρίκια και μια χίπικη φούστα και φωτογράφιζε το τοπίο την ώρα που ο γιος έπεφτε με φόρα στα κρυστάλλινα νερά.

Λίγο πιο πέρα μια κοριτσοπαρέα, το ωραιότερο θέαμα των απανταχού καλοκαιριών, έξι κορίτσια ηλιοκαμένα με μικροσκοπικά μπικίνι, αλατισμένα μαλλιά και κοχύλια στον αστράγαλο, τραγουδούσαν, κολυμπούσαν, γελούσαν, έκαναν πλεξίδες η μια στα μαλλιά της άλλης, φωτογραφίζονταν στο ηλιοβασίλεμα, μιλούσαν δυνατά και σκορπούσαν τόση ομορφιά που σε ζάλιζε και σκέπαζε μέχρι και την ομορφιά του ασκητικού τοπίου.

Ένα ζευγάρι που μιλούσε Ιταλικά, μασουλούσε πατατάκια και γερμάδες, χωρίς να ανταλλάξουν κουβέντα, χαλαροί, νέοι, ωραίοι σαν εραστές που η σιωπή τους ενώνει, παρά τους χωρίζει.

Δυο γυναίκες, λίγο πιο πέρα, με ξενική προφορά (σαν αυτή που αποκτούν οι Ελληνοαμερικάνοι μετά από κάνα δυο χρόνια στα ξένα)με δυο μικρά κοριτσάκια έκαναν ασκήσεις γιόγκα μπρος στον ήλιο που βασίλευε.

Και τέλος, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, το αναγνώρισα αμέσως, Άγγλοι, έρχονται κάθε χρόνο στη νήσο, πριν ακόμη έρθω εγώ, αγκαλιασμένοι κοιτούσαν τον ήλιο, απλά και μόνο.

Στο βάθος, πέρα, στον ορίζοντα, ψαράδες σ ένα καΐκι, έριχναν παραγάδι λες και δεν είχε καμιά σημασία γι αυτούς αν ήταν Αύγουστος κι η παραλία ήταν πλημμυρισμένη από κόσμο ή Οκτώβρης που δεν υπάρχει ψυχή.

Κι εγώ; Εγώ, ένιωθα μοναξιά μες σε τόσο πολύχρωμο και γεμάτο ομορφιά καλοκαιρινό ανθρώπινο μωσαϊκό, όχι θλιμμένη μοναξιά ή άκαμπτη, όχι, μια μοναξιά αόρατη και ιαματική και περιμένω να αραιώσει ο κόσμος, για να γεμίσω ξανά τα πνευμόνια μου, στην ερημιά ενός τοπίου που έμελλε να είναι εκεί, για να πω κι εγώ, πως είχε αγάπη το τοπίο και γι αυτό έγινε ανάμνηση.
Κι έτσι, όπως και οι ντόπιοι, κι εγώ, σε αντίθεση με τους επισκέπτες του, ξέρουμε πως τα νερά του Μύρτου, είναι επικίνδυνα και μπορεί να σε πνίξουν, αλλά όλοι μας, αποφασίσαμε, θέλοντας και μη, να κολυμπήσουμε σε νερά που πιθανότατα κάποια στιγμή να μας πνίξουν.

Κι αυτός είναι ο κόσμος μας. Χωρά ολόκληρος σε μια παραλία, ένα απόγευμα του Αυγούστου.
Τόσο μεγάλος, τόσο μικρός, τόσο όμοιος, τόσο προβλέψιμος, τόσο ωραίος, καμιά φορά.

Έκανα ένα νεύμα, στο κοριτσάκι που μόλις είχε ξυπνήσει απ τα παιδικά του όνειρα και έπαιζε μ έναν πλαστικό αστερία, ο μπαμπάς της εξακολουθούσε να κοιτά κώλους και βυζιά, ο ήλιος είχε βασιλέψει και από κάπου, ήρθε στ αυτιά μου ένα μινόρε σαν εκείνα που μου τραγουδούσε ο Κεφαλονίτης παππούς μου, έναν Αύγουστο σε μια αυλή γεμάτη άγουρα σταφύλια και σύκα.

Έσκυψα και μάζεψα τα αποτσίγαρά μου και γύρισα την πλάτη, στη θάλασσα, πριν καταπιεί τον ήλιο της.