Καίη Τσιτσέλη: Ο θάνατος μιας πόλης

Η Καίη Τσιτσέλη γεννήθηκε το 1926 στη Μασσαλία από Έλληνες γονείς, συγκεκριμένα από πατέρα Κεφαλονίτη και μητέρα Χιώτισσα. Στην Ελλάδα ήρθε για πρώτη φορά σε ηλικία δέκα ετών. Οι καταστροφικοί σεισμοί που ισοπέδωσαν τα Ιόνια νησιά το 1953 τη βρίσκουν στην . Ένα χρόνο αργότερα, η Τσιτσέλη εκδίδει στο Λονδίνο το έργο της «Death of a Town», ένα πεζογράφημα στο οποίο αφηγείται τα τρομερά γεγονότα εκείνων των ημερών στο νησί. Παρά την ελληνική καταγωγή της συγγραφέα και παρά την έντονη πνευματική της παρουσία (μεταφράστρια έργων των Τσίρκα, Λορεντζάτου, Κουμανταρέα και άλλων στην αγγλική γλώσσα), το βιβλίο «Ο θάνατος μιας πόλης» δεν μεταφράστηκε στα ελληνικά παρά πολλά χρόνια αργότερα, το 1980, για λογαριασμό των εκδόσεων Άγρα (μετάφραση Παλμύρα Ισμυρίδου).

Το χαμηλόφωνο αυτό κείμενο ακροβατεί μεταξύ ηθογραφίας, χρονικού και κοινωνικού μυθιστορήματος και είναι γραμμένο σε λιτό ύφος, χωρίς δραματικούς τόνους και συναισθηματικές υπερβολές. Οι χαρακτήρες του έργου είναι Κεφαλονίτες μεροκαματιάρηδες και μεγαλοαστοί, όλοι δεμένοι στην ίδια καταστροφική μοίρα που επιφύλαξε ο Εγκέλαδος για τον τόπο. Ο λιμενεργάτης Ναπολέων Βουρδουβάνος, ο «ταξιτζής» της εποχής Κίτσος Μπατιστάτος, η αρχόντισσα σιόρα Μεταξά, ο παπα-Ρουσέλλος και άλλοι κινούνται μεταξύ Ληξουρίου, Αργοστολίου και Σάμης και προσπαθούν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο να αντιμετωπίσουν τη συμφορά. Πέρα από τις περιγραφές των ερειπίων, των θυμάτων και της παροχής βοήθειας που έφτανε στο νησί, η συγγραφέας στρέφει τη ματιά της στο μετά: στα σημάδια που άφησαν οι μεγάλοι σεισμοί στις ψυχές και στο νου των ανθρώπων που επέζησαν. Στον χρόνο που μοιάζει να έχει σταματήσει για πολλούς. Στην άρνηση άλλων να δεχτούν ότι ο χρόνος, η κακιά στιγμή, σάρωσε την πόλη, το χωριό, το σπίτι, μαζί με τα όνειρα και τα ατράνταχτα, ως τότε, δεδομένα τους…

«Στην αρχή, η κυρία Μεταξά αρνιόταν να κατασκευάσει παράγκα. Είχε προσκολληθεί στο αντίσκηνό της υποστηρίζοντας πως εφόσον ήταν πλέον αδύνατον να έχει ένα υποφερτό σπίτι, καλύτερα να μην έχει τίποτα. Δεν έβλεπε με καλό μάτι όλη αυτή τη σπουδή των κατοίκων να απαλλαγούν από τα ισοπεδωμένα σπίτια και να στήσουν γελοία παραπήγματα. Αρνιόταν να έχει σχέση με αυτά τα πράγματα. Οι απώλειες των άλλων ήταν μικρές. Τα μονόπατα σπίτια τους εύκολα ξαναστήνονταν. Μα όσα πατώματα κι αν έχτιζε εκείνη δεν θα ξανάβρισκε την υπεροχή που είχε χάσει».

«Ο παπα-Ρουσέλλος ξαναθυμήθηκε το παλιό του πάρεργο: επιδιορθώνει ρολόγια. […] Κάθεται στην παράγκα του, σε ένα πράσινο μεταλλικό τραπέζι κήπου· μπροστά του βρίσκονται τρία ανοιγμένα ρολόγια. Εξετάζει σχολαστικά τα μικρά γρανάζια, αλλά δεν ρίχνει ούτε μια ματιά στην πλάκα του ρολογιού για να διαπιστώσει αν πηγαίνει μπροστά ή πίσω».

«Όταν ο Μαρίνος, ο γιος της, τη βρήκε [τη σιόρα Μαριάνθη Λοβέρδου] παγιδευμένη στην τραπεζαρία του σπιτιού τους στα Λέπεδα, η γυναίκα φαινόταν ταραγμένη αλλά ήταν σώα και αβλαβής. Λίγες μέρες αργότερα εκδήλωσε πνευμονία. Έμεινε στα Λέπεδα αρνούμενη να πιστέψει πως χάθηκε το σπίτι της στο Ληξούρι. Δεν ήθελε να ακούσει τις περιγραφές της καταστροφής και συνέχιζε να μονολογεί γεμάτη αυτοπεποίθηση: “Πολύ καλά. Είμαι διατεθειμένη να δεχτώ πως έσπασε, ενδεχομένως, ο καθρέφτης της μεγάλης ντουλάπας μου. Όχι όμως και η τουαλέτα μου. Είναι από παλιό μαόνι που όμοιό του δεν βρίσκεις πια στις μέρες μας. Κανένας σεισμός δεν θα μπορούσε ποτέ να σπάσει τη μαονένια τουαλέτα μου»…

Σύντομα όμως, μετά το πρώτο σοκ, δίπλα στον πόνο και την άρνηση, πλάι στ’ απομεινάρια μιας ζωής που χάθηκε για πάντα, κυριολεκτικά και μεταφορικά, η αληθινή ζωή που απέμεινε δεν σηκώνει αναβολές: σύντομα πιάνουν οι βροχές, τα παραπήγματα πυκνώνουν, ακόμα και οι τελευταίοι αρνητές του κακού αναγκάζονται να μπουν στα λυόμενα για να προστατευτούν από την υγρασία και τη βροχή. Ανοίγουνε μικρά μπακάλικα με είδη πρώτης ανάγκης, κόσμος μαζεύεται και πάλι στην ταβέρνα του Τρομπέτα και στου Μέτελα… Η ζωή θα συνεχιστεί, με τον δικό της σαρωτικό τρόπο και οι πληγές σιγά-σιγά θα κλείσουν. Μένει όμως μια παλιά φωτογραφία:

«Ο χρόνος έχει σταματήσει» γράφει η Καίη Τσιτσέλη. «Δεν είναι πλέον σήμερα το πρωί, είναι οποιοδήποτε πρωί. Η εικόνα είναι ακίνητη όπως προηγουμένως· σταθερή και καθαρή. Στο πρώτο πλάνο, η θάλασσα. Στη μέση, σωροί από σκουριασμένα ερείπια. Δεξιά κι αριστερά, οι καταυλισμοί. Και στο βάθος της φωτογραφίας, το τοπίο που αποκαλύφθηκε. Υπάρχει μια μονοτονία· και μια ακινησία. Μια εικόνα αφανισμού· μια εικόνα ασάλευτου χειμώνα· μια εικόνα αναμονής. Εντούτοις, είναι η φωτογραφία μιας πόλης. Γι’ αυτό, δεν θα την τοποθετήσω ακόμα σε κορνίζα».

Σημείωση: η φωτογραφία στο εξώφυλλο του βιβλίου είναι τραβηγμένη από τη συγγραφέα.

Σταυρίδου Δήμητρα, μεταφράστρια