Είμαστε ζωντανοί

Είμαστε ζωντανοί

"Απ’ τους δυο μας ποταμούς θα γευτεί μια νύχτα η έρημος καρπούς". Είμαστε Ζωντανοί.

Δεν είναι πως ξαφνικά ανακαλύπτεις πως ο κόσμος πονά και υποφέρει ή τον τυραννά το άδικο. Είναι που είσαι ένα χιλιόμετρο από κει πού ‘γινε το κακό. Τόσο κοντά και τόσο μακριά.

Που μ’ αυτούς τους ανθρώπους έχεις φάει, έχεις πιει, έχεις κάνει θαλασσινά μπάνια, έχεις θυμώσει, έχεις ζήσει χρόνια.

Που τα παιδιά σου κάθονται στο διπλανό θρανίο με τα δικά τους και καμιά φορά έτρωγαν σπίτι σου τα μεσημέρια πίτσα και παγωτά. Που έχεις πάει εκδρομές μαζί, έχεις χορέψει, έχεις τραγουδήσει ή ακόμη και με εκείνους που ποτέ δεν αντάλλαξες ούτε μια καλημέρα, που μπορεί να μη συμπαθείς καν και να μη σε συμπαθούν κι αυτοί. Που παρά τρίχα δεν είσαι εσύ εκείνος που κολυμπά σήμερα στη λάσπη και στα χαλάσματα.

Που είναι ο άλλος, αλλά που τελικά ο άλλος οφείλεις να γίνεις κι εσύ, για να κρατήσεις λίγο απ’ το βάρος του καημού του. Μου είπε η Μαρία, που ήρθε απ’ την Ιταλία με την πρώτη πτήση να βοηθήσει τους δικούς της και πέταγε δεκάδες πράγματα απ’ το σπίτι της, ένας μπόγος από λάσπη και νεκρική φύση χθες – “και μου το ΄έλεγε η μάνα μου, ρε Τίνα, μη δένεσαι με τα πράγματα”. Ήθελα να της πω, πως τα πράγματα είμαστε εμείς κι ότι μας συνδέουν μ’ αυτά αγαπήσαμε, αλλά ήμουν σίγουρη πως το ξέρει καλύτερα από εμένα.

Τα πρώτα παπούτσια του παιδιού σου, το πιο αγαπημένο δώρο που σου πήρε εκείνος, φωτογραφίες γεμάτες χαμόγελα κι ελπίδα, τα βιβλία που διαβάσαμε, τα φλυτζάνια που ήπιαμε καφέδες αντικριστά, τις μαύρες γόβες που ποθούσες ν’ αποκτήσεις και έκανες οικονομίες μήνες, της γιαγιάς σου η ραπτομηχανή, της μάνας το βιβλίο του Τσελεμεντέ που απ’ τις σελίδες του χόρτασαν στομάχια κι άνθρωποι. Τα εργαλεία του πατέρα, τα σχολικά τετράδια της πρώτης δημοτικού, εκατοντάδες ζωγραφιές τοιχοκολλημένες, η κόκκινη βαλίτσα που πρωτοταξίδεψες, εκείνο το κολιέ που αγόρασες από ένα παζάρι μισοτιμής, τα μοσχοβολιστά σεντόνια σου.

Δεν είναι οι κατσαρόλες, οι κουρτίνες και η ηλεκτρική κουζίνα, είναι τα πράγματα που είναι γεμάτα αναμνήσεις, που σε κούραραν, άψυχα κι ακίνητα, κι όμως, παρέα τους έχτισες όλη την κίνηση της ζωής σου.

Η Τζέλα πιο κάτω χωμένη ως το λαιμό στη λάσπη με φώναξε να δω το πατρικό σπίτι της, μάλλον ό,τι απέμεινε απ’ αυτό. “Τα πλεκτά της μανούλας μου, το κρεβάτι της, τα σεντόνια της, όλη η βιβλιογραφία του Λουντέμη και του Καζαντζάκη, όλα μες τη λάσπη”. Πιο κάτω ο Τίμος ένας νεαρός 15 ετών, το πιο όμορφο αγόρι, σαν θεός των Βίκινγκς: “Κ. Τίνα βοηθάω τον πατέρα, όλο το ισόγειο καταστράφηκε, τα υδραυλικά, τα πάντα, περιμένουμε νά ‘ρθουν τα μηχανήματα να τραβήξουν τη λάσπη, να δούμε αν κάτι έχει σωθεί”.

Ο Θοδωρής κι οι Έρη, φίλοι μας, το πως ζει ο Θοδωρής είναι θαύμα, το σπίτι μόνο λάσπη, μόνο λάσπη, όλη η ζωή σου μια λάσπη. Βοηθάμε όλοι, η Μόντα αφού καθάρισε τη δικής της πλημμύρα, ο Γιώργος ο γιος της, η Αμαλία, η Κούλα, όλοι, λάστιχα, μπουλντόζες, βόθρος, σκουπίδια που μέχρι χθες ήταν λουλούδια. Χαμογελά η Έρη,”θα τα καταφέρουμε ” μας λέει, η Λουκία που ο πρώτος όροφος έγινε πισίνα, ο Γιάννης απ’ την Αλβανία, η κ.Κλειώ που για έξι ώρες περίμενε την Π.Υ. να την απεγκλωβίσει μιας κι ήταν αδύνατον να πλησιάσει κι όταν ο πυροσβέστης κατάφερε να την σώσει, έβαλε ο ίδιος τα κλάματα, ο Γιώργος που είδε είκοσι χρόνια κόπων να διαλύονται, οι μαγαζάτορες όλοι, δεκάδες, δεκάδες, δεν είναι μια είδηση στην τηλεόραση, δεν είναι νούμερα, δεν είναι στατιστική. Είμαι εγώ κι εσύ.

Κι αν δεν ήμασταν τώρα θα είμαστε κάποιοι στιγμή, πρόσφυγες στην ίδια μας τη γη, σ έναν ιδιότυπο πόλεμο που δεν έχει αντίπαλα στρατόπεδα παρά μόνο ευθύνες που ποτέ δεν αποδόθηκαν εκεί που όφειλαν, επιτέλους, Δεν είμαι εδώ όμως, τώρα για να κάνω τον δικαστή (έχουμε γεμίσει από δαύτους, γκώσαμε…) και να μπω στο τούνελ πετώντας ένα μπαλάκι ποιος την έχει πιο μεγάλη (την ευθύνη ), γιατί τώρα μας αφορά όλους εκείνος που πληρώνει χωρίς να φταίει. Και με αφορά ακόμη περισσότερο εκείνος που βοηθά. Χωρίς να περιμένει αντάλλαγμα, χωρίς να θέλει να μαθευτεί, χωρίς να το διαλαλεί χωρίς να ψαρεύει ψηφαλάκια.

Μέσα σ όλο αυτό το χάος, με τους ιθύνοντες να έχουν σηκώσει τα χέρια ψηλά και το κράτος απών, με μια χώρα, όπως λέει κι ο ποιητής, έχει την ατυχία να ζει από τύχη, άνθρωποι έδωσαν, έτρεξαν, συμπαραστάθηκαν (όσοι, τέλος πάντων το έκαναν). Και οι ίδιοι οι πληγέντες που δεν βαρυγκωμούν κι ας λύγησαν. “Είμαστε Ζωντανοί” λένε.

Είμαστε ζωντανοί. Μεγάλη υπόθεση να παραμείνεις ανθρώπινος. Κι ας μη βοηθήσεις. Να μπορείς να νιώσεις. Να νιώσεις ρε φίλε, όχι να καταλάβεις, δεν μπορεί να καταλάβεις αν δεν το πάθεις ο ίδιος, αλλά αν μπορείς να νιώσεις, έχεις ήδη βοηθήσει. Γιατί στο άδικο, την ώρα του χαμού και της καταστροφής κανείς δεν ψάχνει λύσεις. Έπειτα ψάχνεις απεγνωσμένα γι’ αυτές. Παρηγοριά κι ανθρωπιά ψάχνει ο πονεμένος. Για να μπορεί να πιστέψει πως μπορεί να αρχίσει πάλι απ’ την αρχή. Τέτοιοι, άνθρωποι να είστε κι αν δεν είστε να γίνεται.

Αγωνιστικούς χαιρετισμούς απ’ τα χαρακώματα της λάσπης και των λέλουδων που θα ξαναβγούν, όπως τα παιδιά της γειτονιάς, που ξανθά και ηλιοκαμένα ακόμη απ’ τον ήλιο του καλοκαιριού, περπατούν πειράζοντας το ένα το άλλο, ανάμεσα στις λάσπες και στους τόνους σκουπιδιών λαμποκοπώντας την ελπίδα μας.

Τίνα Σπυράτου