Ο «Φόρος», ο «Ριάκας» και η Άσσος

Ο «Φόρος», ο «Ριάκας» και η Άσσος

Ο Ριάκας (<ρύαξ = χείμαρρος), ο κατηφορικός δρόμος που οδηγεί στο Φόρο (<forum), την πλατεία της Άσσου, τό ‘χε συνήθειο από χρόνια να κάνει κατεβασιές από νερό και χώμα. Τί κι αν στις άκρες του (στις όχθες) του ήταν τα Αγγελατέικα, με τα ωραία φουρούσια τους και τις ζωγραφιές στα ταβάνια, το νερό πάντα έπαιρνε τον δρόμο του κι έφτανε στη θάλασσα.

Τα χρόνια πέρασαν, τα Αγγελατέικα ερειπώθηκαν από τον σεισμό και την εγκατάλειψη, μα ο Ριάκας το βιολί του, επέμενε να θυμίζει πως το όνομά του σημαίνει πως το νερό δεν ξεχνάει τον δρόμο του ποτέ. Η μεγάλωσε, αναπτύχθηκε, έγινε ένας από τους κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς του νησιού.

Και σε ένα βράδυ, ήρθε ο , κι ο Ριάκας θυμήθηκε ξανά το αρχαίο του όνομα. Μα τούτη τη φορά δεν πήρε μαζί του μοναχά νερό και χώμα. Το νερό δεν ξεχνά τους αρχαίους του δρόμους. Καμιά φορά τους ξεχνάμε εμείς οι άνθρωποι. Μα το νερό δε νοιάζεται, και αγκομαχάει για να περάσει από εκείνον τον δρόμο που ξέρει από παλιά. Ανέκαθεν. Κι ό,τι βρει μπροστά του, το τραβάει μαζί του. Κι έτσι ο Ριάκας πήρε μαζί του τόνους από φερτά υλικά.

Πώς βρέθηκαν στο δρόμο του νερού; Τί νόημα έχει πια… Δε νοιάστηκε ο Ριάκας. Δε νοιάζεται η φύση. Ούτε νικιέται. Και πλήγωσε βαριά την Άσσο που αγαπάμε, την Άσσο που περάσαμε τα καλοκαίρια μας. Μα η Άσσος θα ξαναγίνει όμορφη. Με το Φόρο της και το Ριάκα της. Που και πάλι θα ξαναθυμώνει, μα μακάρι να φροντίσουμε να μην ξαναπληγώσει έτσι την Άσσο μας ποτέ.
Όταν είδα τις εικόνες της μετά την καταστροφή ένιωσα πως “έφυγε το καλοκαίρι, δίχως μια λέξη να μας πει…”